elsqbgenderusr
Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
μενού

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβιγκστον

Το βιβλίο αυτό του Ρίτσαρντ Μπάχ διηγείται την ιστορία ενός γλάρου ξεχωριστού, ενός γλάρου που επιλέγει να βιώσει τη διαφορετικότητά του, να τη γιορτάσει, να την υπερασπιστεί. Ο Ιωνάθαν Λίβινγκστον ο Γλάρος λατρεύει την περιπέτεια της πτήσης -που για εκείνον αντιπροσωπεύει την ελευθερία και την έκφραση. Εξερευνά μέσω αυτής τα όριά του ,μοχθεί για την εσωτερική του εξέλιξη, ανοίγει τις φτερούγες του προς ένα ταξίδι ανάτασης και έχει όλη τη διάθεση να μοιραστεί με τους υπόλοιπους γλάρους τη γνώση και εμπειρία του. Μάταια. Το Σμήνος, μονόχνωτο και βλοσυρό, αντικρούει τον ενθουσιασμό με περιφρόνηση. Κάθε απόπειρα προσέγγισης, κάθε προσπάθεια πειθούς πως το πέταγμα είναι κάτι παραπάνω από μια βαρετή διαδικασία ανεύρεσης τροφής, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένες. Κι έτσι, ο Ιωνάθαν Λίβινγκστον ο Γλάρος ,πιστός στις αρχές και στο ένστικτό του, αναχωρεί, απόκληρος πλέον, για το δικό του μεγάλο ταξίδι.  Το διήγημα αυτό , με τη μορφή παραβολής, μιλάει για ανθρώπους που πολεμούν  και διεκδικούν, ακόμα κι αν χρειαστεί να βρεθούν αντιμέτωποι με το κατεστημένο. Το πέταγμα του Γλάρου συμβολίζει την απόπειρα για απόλυτη ελευθερία.

Το βιβλίο γυρίστηκε σε ταινία το 1973 με τη καταπληκτική μουσική του Neil Diamond.

Το παρακάτω απόσπασμα είναι η πτήση  του Γλάρου Ιωνάθαν  και, στη συνέχεια, η απολογία του μπροστά στο συμβούλιο του Σμήνους:

«Οἱ περισσότεροι γλάροι δὲ νοιάζονται νὰ μάθουν παρὰ μόνο τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πέταγμα — πῶς νὰ πετοῦν ἀπ᾿ τὴν ἀκτή στὴν τροφή τους καὶ πίσω πάλι. Γιὰ τοὺς περισσότερους γλάρους σημασία δὲν ἔχει τὸ πέταγμα, ἀλλὰ τὸ φαγητό. Γιὰ τοῦτον, ὅμως, τὸ γλάρο σημασία δὲν εἶχε τὸ φαγητό, ἀλλὰ τὸ πέταγμα. Πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἀγαποῦσε νὰ πετάει.»

Μὲ τὴν ἀνατολή, ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἄρχισε πάλι τὴν ἐξάσκησή του. Ἀπὸ ὕψος πέντε χιλιάδες πόδια οἱ ψαρόβαρκες ἦσαν βουλίτσες πάνω στὸ λεῖο γαλανὸ νερό, τὸ Σμῆνος στὸ Πρόγευμα ἕνα ἀχνὸ σύννεφο ἀπὸ μικροσκοπικὰ σκονάκια, νὰ στροβιλίζονται. Ἦταν ζωντανός, τρέμοντας λίγο ἀπὸ χαρά, περήφανος ποὺ κυριαρχοῦσε τώρα πάνω στὸ φόβο του. Ὕστερα δίχως ἐπισημότητες μάζεψε τὶς φτεροῦγες του, ἅπλωσε τὶς κοντὲς λοξὲς ἄκρες τῶν φτερῶν του καὶ βούτηξε ἀμέσως πρὸς τὴ θάλασσα. Ὅταν πέρασε τὶς τέσσερεις χιλιάδες πόδια, εἶχε φτάσει τὴν ὁριακὴ ταχύτητα, ὁ ἀέρας ἦταν ἕνα στέρεο φράγμα ἤχου ἀπέναντι στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ κινηθεῖ πιὸ γρήγορα. Πετοῦσε τώρα ἴσια κάτω, μὲ ταχύτητα διακόσια δεκατέσσερα μίλια τὴν ὥρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ἤξερε πὼς ἂν τὰ φτερά του ἄνοιγαν σ᾿ αὐτὴ τὴ ταχύτητα, θὰ γινόταν ἕνα ἑκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Ἡ ταχύτητα ὅμως ἦταν δύναμη, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν χαρά, καὶ ἡ ταχύτητα ἦταν ἀπόλυτη ὀμορφιά.

Ἄρχισε τὴν ἀνάσχεση στὰ χίλια πόδια, οἱ ἄκρες τῶν φτερῶν του ἔτριζαν κι᾿ ἄναβαν σ᾿ αὐτὸ τὸν τρομακτικὸ ἄνεμο, ἡ βάρκα καὶ τὸ πλῆθος τῶν γλάρων ἔρχονταν κατὰ πάνω του καὶ μεγάλωναν μὲ ἀστραπιαία ταχύτητα, πάνω στὸ δρόμο του.

Δὲν μποροῦσε νὰ σταματήσει· δὲν ἤξερε ἀκόμα οὔτε πῶς νὰ στρίψει μ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα.

Ἡ σύγκρουση θὰ σήμαινε ἀκαριαῖο θάνατο. Κι᾿ ἔτσι ἔκλεισε τὰ μάτια του.

 

Συνέβηκε κεῖνο τὸ πρωί, τότε, μόλις μετὰ τὸ ξημέρωμα, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος νὰ περάσει σὰ σφαῖρα ἀπ᾿ τὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς συνάθροισης γιὰ Πρόγευμα τοῦ Σμήνους, σὰν ἀστραπὴ μὲ διακόσια δώδεκα μίλια τὴν ὥρα, μὲ τὰ μάτια κλειστά, σ᾿ ἕνα ἄγριο βουητὸ ἀπὸ ἀέρα καὶ φτερά. Ὁ Γλάρος Τύχη τοῦ χαμογέλασε γιὰ μιὰ φορὰ καὶ κανένας δὲ σκοτώθηκε.

Ὅταν πιὰ σήκωσε τὸ ράμφος του πρὸς τὸν οὐρανό, ἐξακολουθοῦσε νὰ κινεῖται σὰ πύρινη σφαῖρα μὲ ταχύτητα ἑκατὸν ἑξήντα μίλια τὴν ὥρα. Ὅταν σιγὰ σιγὰ ἔφτασε στὰ εἴκοσι μίλια καὶ ἅπλωσε ξανὰ ἐπιτέλους τὰ φτερά του, ἡ βάρκα ἦταν σὰ ψίχουλο πάνω στὴ θάλασσα, τέσσερεις χιλιάδες πόδια κάτω. Σκέφτηκε τὸ θρίαμβο. Ὁριακὴ ταχύτητα! Ἕνας γλάρος πετᾶ μὲ ταχύτητα διακόσια δέκα τέσσερα μίλια τὴν ὥρα! Ἦταν μιὰ Κατάκτηση, ἦταν ἡ πιὸ μεγάλη, ἡ μοναδικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία του Σμήνους, καὶ κείνη τὴ στιγμὴ μία καινούργια ἐποχὴ ἄνοιξε γιὰ τὸν Ἰωνάθαν Γλάρο. Ἀφοῦ πέταξε στὸ ἐρημικὸ τόπο τῆς ἐξάσκησής του, διπλώνοντας τὰ φτερά του γιὰ νὰ βουτήξει ἀπὸ ὀχτὼ χιλιάδες πόδια, βάλθηκε ἀμέσως ν᾿ ἀνακαλύψει πῶς νὰ στρίβει.

Ἀνακάλυψε πὼς ἕνα καὶ μόνο ἀκρινὸ φτερὸ ἂν κινηθεῖ ἀνὰ χιλιοστό, προκαλεῖ μία ὁμαλὴ μεγαλόπρεπη καμπύλη σὲ τρομαχτικὴ ταχύτητα. Πρὶν τὸ μάθει αὐτό, ὡστόσο, ἀνακάλυψε πὼς ἂν κουνήσει περισσότερα ἀπὸ ἕνα φτερὸ σ᾿ αὐτὴ τὴν ταχύτητα, στροβιλίζεσαι σὰ σφαίρα ὅπλου... Καὶ ὁ Ἰωνάθαν εἶχε ἔτσι γίνει ὁ πρῶτος ἀκροβάτης τοῦ ἀέρα, πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο γλάρο στὸν κόσμο.

 

Δὲν ἔχασε καιρὸ κείνη τὴ μέρα σὲ κουβέντες μὲ ἄλλους γλάρους ἀλλὰ συνέχισε νὰ πετᾶ ὥσπου νύχτωσε. Ἀνακάλυψε τὴν ἀκροβατικὴ στροφή, τὴν ἀργὴ περιστροφή, τὴν ἀνάποδη στροφή, τὸ στροβίλισμα, τὴν τούμπα.

Ὅταν ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἔφτασε κοντὰ στὸ Σμῆνος στὴν παραλία, ἦταν νύχτα βαθιά. Ἦταν ζαλισμένος καὶ φοβερὰ κουρασμένος. Κι᾿ ὅμως άπ᾿ τὴ χαρά του προσγειώθηκε μὲ ἀκροβασία καὶ πραγματοποιώντας λίγο πρὶν ἀγγίξει τὸ ἔδαφος, μιὰ ξαφνικὴ ἀπότομη περιστροφή.

Ὅταν μάθουν, σκέφτηκε, τὴν Κατάκτηση θὰ ξετρελαθοῦν ἀπὸ χαρά. Πόσο πιὸ πλούσια γίνεται τώρα ἡ ζωή μας! Ἀντὶ γιὰ τὸ μονότονο κοπιαστικὸ πήγαινε κι᾿ ἔλα στὶς ψαρόβαρκες, ὑπάρχει ἕνα νόημα στὴ ζωή! Μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἄγνοια, μποροῦμε ν᾿ ἀναγνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν ὄντα ξεχωριστά, ἔξυπνα καὶ ἐπιδέξια.Μποροῦμε νὰ εἴμαστε λεύτεροι! Μποροῦμε νὰ μάθουμε νὰ πετοῦμε!

 

Τὰ χρόνια μπροστά του ἀντηχοῦσαν καὶ λαμπύριζαν γεμάτα ὑποσχέσεις.

Οἱ Γλάροι ἦταν μαζεμένοι στὴ Συνάθροιση τοῦ Συμβουλίου ὅταν προσγειώθηκε καὶ καθὼς φαίνεται ἦταν ἐκεῖ συγκεντρωμένοι ἀπὸ ὥρα. Γιατί, πραγματικά, περίμεναν.

«Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρε! Στάσου στὸ Κέντρο!». Τὰ λόγια τοῦ Γέροντα ἀκούστηκαν μὲ μία φωνὴ ὑπέρτατης ἐπισημότητας. «Στάσου στὸ Κέντρο» σήμαινε μόνο μεγάλη ντροπὴ ἢ μεγάλη τιμή. Στὸ Κέντρο γιὰ Τιμὴ ἦταν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο διακρίνονταν οἱ πιὸ μεγάλοι ἀρχηγοὶ τῶν γλάρων. Μὰ φυσικά, σκέφτηκε, στὸ Πρόγευμα τοῦ Σμήνους σήμερα τὸ πρωὶ εἶδαν τὴν Κατάκτηση! Ἐγὼ ὅμως δὲν θέλω τιμές. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γίνω ἀρχηγός. Θέλω μόνο νὰ μοιραστῶ ὅ,τι ἀνακάλυψα, νὰ δείξω τοὺς ὁρίζοντες ποὺ ἁπλώνονται μπροστά μας. Ἔκανε ἕνα βῆμα μπρός.

«Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρε», εἶπε ὁ Γέροντας, «στάσου στὸ Κέντρο γιὰ Ντροπὴ νὰ σὲ δοῦν οἱ σύντροφοί σου γλάροι!».

Ἦταν σὰ νὰ τὸν εἶχαν χτυπήσει μὲ σανίδα. Τὰ γόνατά του λύγισαν, τὰ φτερά του ζάρωσαν, τ᾿ αὐτιά του βούιζαν. Στὸ Κέντρο γιὰ Ντροπή; Ἀδύνατο!

Ἡ Κατάκτηση! Δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν! Κάνουν λάθος, λάθος!

«...γιὰ τὴν ἐπικίνδυνη ἀνευθυνότητά του», ἡ σοβαρὴ φωνὴ ἀντηχοῦσε, «ποὺ καταπατᾶ τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴν παράδοση τῆς οἰκογένειας τῶν Γλάρων»...

Νὰ σταθεῖ στὸ Κέντρο γιὰ Ντροπὴ σημαίνει πὼς θὰ τὸν διώξουν ἔξω ἀπ᾿ τὴν κοινωνία τῶν γλάρων, ἀπόβλητο σὲ μοναχικὴ ζωὴ στοὺς Πέρα Βράχους. «...κάποια μέρα, Ιωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρε, θα μάθεις πως η ανευθυνότητα δεν αποδίδει. Η ζωή είναι το άγνωστο κι αυτό που παραμένει άγνωστο· ένα μόνο είναι γνωστό: πως ερχόμαστε στον κόσμο τούτο για να τρώμε, για να παραμείνουμε ζωντανοί όσο μπορούμε περισσότερο».

‘Ένας γλάρος δεν αντιμιλά ποτέ στο Συμβούλιο τού Σμήνους, αλλά η φωνή του Ιωνάθαν ξέσπασε.

«Ανευθυνότητα; Αδέλφια μου!» φώναξε. «Ποιός είναι πιο υπεύθυνος από το γλάρο που ανακαλύπτει κι ακολουθεί ένα νόημα, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή; για χίλια χρόνια τσαλαβουτούμε ψάχνοντας να βρούμε ψαροκεφαλές, αλλά τώρα έχουμε ένα σκοπό στη ζωή - να μάθουμε, να ανακαλύψουμε, να 'μαστε λεύτεροι! Δώστε μου μια ευκαιρία μόνο, αφήστε με να σας δείξω τι ανακάλυψα...».

Το Σμήνος θαρρείς πως ήταν πέτρινο.

«Δεν ανήκεις πια στην Αδελφότητα» φώναξαν όλα μαζί, και μονομιάς έκλεισαν τ' αυτιά τους και του γύρισαν τις πλάτες.

Ο Ιωνάθαν Γλάρος πέρασε τις υπόλοιπες του μέρες μόνος, αλλά πέταξε μακριά, πιο μακριά από τους Πέρα Βράχους. Ήταν θλιμμένος όχι από μοναξιά, αλλά γιατί οι γλάροι αρνήθηκαν να πιστέψουν στο μεγαλείο της πτήσης που τους περίμενε· αρνήθηκαν ν’ ανοίξουν τα μάτια τους καί να δουν.

Κάθε μέρα μάθαινε περισσότερα. ‘Έμαθε πως μια βουτιά μπορούσε να τον βοηθήσει να ανακαλύψει τα σπάνια και νόστιμα ψάρια που κολυμπούσαν κοπαδιαστά δέκα πόδια κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού: δε χρειαζόταν πια ψαρόβαρκες και μπαγιάτικο ψωμί για να επιζήσει. Έμαθε να κοιμάται στον αέρα, ακολουθώντας νυχτερινή πορεία πάνω στο θαλασσινό αγέρι και καλύπτοντας εκατό μίλια απ’ το ηλιοβασίλεμα ως τα ξημερώματα. Με τον ίδιο εσωτερικό του έλεγχο, πετούσε μες από βαριά θαλασσινή ομίχλη κι ανέβαινε ακόμα πιο ψηλά στον αστραφτερό καθαρό ουρανό... ενώ την ίδια ώρα όλοι οι άλλοι γλάροι στέκονταν στη στεριά μέσα στην καταχνιά και τη βροχή. ’Έμαθε να πετάει με τους αψηλούς ανέμους βαθιά πάνω απ’ τη στεριά, να βρίσκει εκεί για να τραφεί νόστιμα έντομα.

‘Οτι είχε κάποτε ελπίσει να προσφέρει στο Σμήνος το κέρδιζε τώρα μόνο για τον εαυτό του· έμαθε να πετάει, και δε μετάνιωσε για το τίμημα που χρειάστηκε να πληρώσει. Ο Ιωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ανακάλυψε πως η πλήξη κι ο φόβος κι ο θυμός είναι η αιτία που η ζωή ενός γλάρου είναι τόσο σύντομη, κι όταν αυτά χάθηκαν από τη σκέψη του, έζησε μια πραγματικά μακριά κι ευχάριστη ζωή»

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Κύλιση στην Αρχή