elsqbgenderusr
Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
μενού

Γλωσσικός κώδικας:Γιατί δεν κατανοούμε τα σχολικά βιβλία;

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΙ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΟΣ ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Σκοπός του σχολείου είναι, με βάση τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών,  να καταστήσει τους μαθητές ικανούς να χρησιμοποιούν το γραπτό λόγο, να εκφράζονται, να σκέφτονται, να επιχειρηματολογούν και να υποστηρίζουν τις απόψεις τους, να χρησιμοποιούν τον προφορικό και γραπτό λόγο συνειδητά και αποτελεσματικά, να περνούν από τη διήγηση στο διάλογο, από την ανάγνωση στην περίληψη, από το ένα λογοτεχνικό είδος στο άλλο. Με άλλα λόγια, το σχολείο οφείλει να διαμορφώνει προσωπικότητες ικανές να υιοθετούν ποικίλες τακτικές ανάγνωσης προσαρμοσμένες στις καθημερινές κοινωνικές περιστάσεις.

Όλοι, όμως, παρατηρούμε ,καθημερινά, και προβληματιζόμαστε με το γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός μαθητών δεν κατανοεί τα όσα διαδραματίζονται μέσα στην τάξη. Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι τα παιδιά αυτά είναι «χαζά» ή «απαθή». Πιθανότατα, έχουν διδαχθεί, στο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, κάποιες μορφές αυτοέκφρασης κι επικοινωνίας , οι οποίες διαφέρουν εντελώς από αυτές της σχολικής τάξης. Ό,τι γίνεται στο σχολείο, είναι κυριολεκτικά «ξένο» γι αυτά τα παιδιά.

  Ο δάσκαλος και κοινωνικός γλωσσολόγος Bernstein, τη δεκαετία του 70 , διατύπωσε τη θεωρία πως ο βασικός φορέας κοινωνικής ανισότητας που ξεκινάει από το  σχολείο είναι η γλώσσα .Οι μαθητές  διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων έρχονται στο σχολείο με διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, δηλαδή διαφορετικούς τρόπους  παραγωγής νοήματος. Σύμφωνα με τον Bernstein υπάρχουν δύο μορφές επικοινωνίας. Ο περιορισμένος και ο επεξεργασμένος γλωσσικός κώδικας.   Η γλώσσα δομεί και ρυθμίζει όχι μόνο το τί μαθαίνουν τα παιδιά αλλά και πώς το μαθαίνουν. Επομένως, θέτει τα όρια μέσα στα οποία πραγματοποιείται η μάθηση. 

Ο περιορισμένος κώδικας είναι γλώσσα με φράσεις σύντομες, γραμματικά και συντακτικά απλές και συχνά ανολοκλήρωτες. Χρησιμοποιεί κυρίως την  οριστική και συχνά την προστακτική έγκλιση, κάνει συχνή κι επαναληπτική χρήση ορισμένων συνδετικών λέξεων(π.χ και) αλλά περιορισμένη και τυποποιημένη χρήση επιθέτων και επιρρημάτων(καλός,ωραίος). Επιπλέον, αποτελείται από απλές διατυπώσεις και ερωτήσεις αλλά όχι από συλλογισμούς, χρησιμοποιεί συχνά στερεότυπες εκφράσεις και δίνει έμφαση στη λέξη  κι όχι στην πρόταση. Ο περιορισμένος κώδικας είναι περιγραφικός και  δεν επιτρέπει εύκολα τη γενίκευση. Είναι ικανός να δηλώνει μόνο συγκεκριμένα αντικείμενα κι  απλές πράξεις.

Αντίθετα, ο επεξεργασμένος κώδικας χαρακτηρίζεται από ακριβή γραμματική δομή και περίπλοκη συντακτική δομή, συχνή χρήση του υποτακτικού λόγου, προθέσεων και αυστηρή επιλογή επιθέτων και επιρρημάτων. Ακόμα, υπάρχει ιεραρχημένη και περίπλοκη χρήση των εννοιών. Ο επεξεργασμένος γλωσσικός κώδικας είναι ικανός να δηλώνει συλλογισμούς και πολύπλοκες σκέψεις.

Η γλώσσα, όμως, των σχολικών βιβλίων και γενικότερα της σχολικής τάξης είναι μια επεξεργασμένη γλώσσα. Οσο μεγαλώνουν ,λοιπόν,οι τάξεις κι αυξάνονται οι σχολικές απαιτήσεις , ένα παιδί που προέρχεται από μια οικογένεια χαμηλής μορφωτικής στάθμης βρίσκεται στο σχολείο αντιμέτωπο με μια γλώσσα που στο σπίτι του δεν άκουσε σχεδόν ποτέ κι έτσι, αδυνατεί να την καταλάβει. Για να μπορέσει να διαβάσει τα βιβλία και να αποκτήσει τις γνώσεις που του παρέχουν , πρέπει πρώτα να «αποκρυπτογραφήσει» τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα. Γιαυτό παρατηρείται το φαινόμενο όλα τα μαθήματα να μετατρέπονται σε γλωσσικά μαθήματα, π.χ. για να διαβάσει ένας μαθητής ιστορία ή γεωγραφία, πρέπει να του εξηγήσουμε ένα σωρό «άγνωστες» λέξεις που περιλαμβάνονται στο μάθημα και που θα έπρεπε να τις γνωρίζει, με βάση το αναπτυξιακό του επίπεδο. Επίσης, μια ερώτηση γίνεται πολύ δύσκολα κατανοητή αν αλλάξει ο δάσκαλος –έστω και στο ελάχιστο- τη διατύπωση της.

Έτσι, τίθεται ζήτημα επικοινωνίας και κατανόησης ,αφού οι δύο κώδικες έχουν μεταξύ τους μεγάλο βαθμό ασυμβατότητας. Αν δεν ληφθεί  αυτό υπόψη και δεν γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές, το γεγονός πως οι μαθητές αναγκάζονται να χρησιμοποιούν άλλο κώδικα επικοινωνίας στο σχολείο μπορεί να τους οδηγήσει σε μαθησιακά προβλήματα, σε προβλήματα συμπεριφοράς αλλά και σε ψυχολογικά  προβλήματα.

Σκοπός μας είναι όχι να αντικαταστήσουμε τον περιορισμένο γλωσσικό κώδικα ορισμένων παιδιών από εκτεταμένο αλλά να ενισχύσουμε τη γλωσσική τους ευελιξία, να μπορούν , δηλαδή, να επιλέγουν τις κατάλληλες συνθήκες για να χρησιμοποιήσουν τον ένα ή τον άλλο γλωσσικό κώδικα. Δεν επιδιώκουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που μιλάει το παιδί  με τους φίλους του ή την οικογένεια του γιατί η γλώσσα είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει μέχρι τώρα κοινωνικοποιηθεί. Μπορούμε, όμως, να τη χρησιμοποιήσουμε ως βάση, ως σημείο εκκίνησης για να περνάει με άνεση σε πιο «απαιτητικές» επικοινωνιακές συνθήκες, όπως η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, η παρακολούθηση και η κριτική των δελτίων ειδήσεων και- γιατί όχι;- η ποιητική δημιουργία.

Εξάλλου, βελτιώνοντας τη χαμηλή του επίδοση, επιδρούμε καθοριστικά στη βελτίωση της αυτοπεποίθησης και στην αύξηση των προσδοκιών του. Και, , εντέλει, διαμορφώνουμε , χαρούμενους κι υγιείς μαθητές. Αυτός δεν είναι κι ο πρωταρχικός σκοπός της εκπαίδευσης;

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

Bernstein, B., 1983: Class, Codes and Control. Towards a Theory of Educational Transmissions. London, Routledge and Kegan Paul.

Lyons J., Εισαγωγήστηγλωσσολογία, 1995, Αθήνα, εκδόσειςΠατάκη.

Κάτσικας Χ., Καββαδίας Γ., Η ανισότητα στην ελληνική εκπαίδευση, 2000, Αθήνα, Gutemberg.

Φραγκουδάκη Α., Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, 1985, Αθήνα, Παπαζήσης

Herbert M., Ψυχολογικά προβλήματα εφηβικής ηλικίας , πρωτ τίτλος, Living with teenagers,μ.τ.φ.ρ Ι. Παρασκευόπουλος, 1992, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα

Κύλιση στην Αρχή