elsqbgenderusr
Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
μενού

Χαμηλή σχολική επίδοση-γενικευμένη υποεπίδοση

Μαθησιακές δυσκολίες- Δυσλεξία- Χαμηλή Σχολική σχολική επίδοση-

Γενικευμένη υποεπίδοση

 

Η σχολική επίδοση ενός μαθητή ορίζεται ως η αξιολόγηση της απόδοσης του σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Άρα ,επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική πράξη αλλά και στη γενικότερη διάπλαση της προσωπικότητας του παιδιού.  Ας δούμε ορισμένους παράγοντες που την επηρεάζουν για να προσπαθήσουμε να διασαφηνίσουμε κάποιους όρους, οι οποίοι λανθασμένα θεωρούνται ταυτόσημοι και προκαλούν σε γονείς κι εκπαιδευτικούς μεγάλη σύγχυση.

  1. Ο όρος «μαθησιακές δυσκολίες» είναι ένας γενικός όρος ο οποίος έχει χρησιμοποιηθεί διεθνώς τόσο σε ερευνητικό  όσο  και  κλινικό  επίπεδο,  για  να αναφερθεί  σε «μία  ομάδα από ετερογενείς  διαταραχές  οι  οποίες  εκδηλώνονται  με  σημαντικές  δυσκολίες στην  εκμάθηση  και  χρήση  της  προφορικής  κατανόησης,  ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, λογικής σκέψης  και μαθηματικών  ικανοτήτων. Αυτές οι  διαταραχές  είναι  εγγενείς  στο  άτομο  και  πιθανόν οφείλονται  σε κάποια  κεντρική  δυσλειτουργία  του  κεντρικού  νευρικού  συστήματος  και μπορεί  να  συμβούν  καθ’  όλη  τη  διάρκεια  της  ζωής.  Προβλήματα  στη  διαχείριση  της  συμπεριφοράς,  μπορεί  να  συνυπάρχουν  με  τις  μαθησιακές δυσκολίες,  αλλά  αυτά  καθ’  αυτά  δε  συνιστούν  κάποια  μαθησιακή  δυσκολία.  Εάν  και  οι  μαθησιακές  δυσκολίες  μπορεί  να  συνυπάρχουν  με άλλες  διαταραχές  (όπως  αισθητηριακές  διαταραχές,  νοητική  στέρηση,σοβαρές  συναισθηματικές  διαταραχές,  κλπ.)  ή  με  άλλες  εξωτερικές  επιρροές  (όπως  πολιτισμικές  διαφορές,  μη  επαρκή  ή  κατάλληλο  τρόπο εκπαίδευσης),  ωστόσο  δεν  είναι  το  αποτέλεσμα  αυτών  των  συνθηκών  ή  επιδράσεων».

 

  1. Η  δυσλεξία,  από  την  άλλη  μεριά, «αποτελεί  μία  ξεχωριστή μαθησιακή  δυσκολία.  Είναι  μία  «ειδική  γλωσσική  διαταραχή, ιδιοσυστασιακής προέλευσης, η ο οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στην αποκωδικοποίηση  μεμονωμένων  λέξεων,  αντικατοπτρίζοντας,  τις περισσότερες  φορές , μη  επαρκή  φωνολογική  επεξεργασία.  Αυτές  οι  δυσκολίες στην αποκωδικοποίηση μεμονωμένων λέξεων είναι αναπάντεχες  σε σχέση με την  ηλικία   και άλλες  γνωστικές  και ακαδημαϊκές  ικανότητες του ατόμου, και δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας γενικευμένης εξελικτικής διαταραχής  ή  αισθητηριακής  μειονεξίας.»

 

 

  1. Αρκετοί μαθητές παρουσιάζουν χαμηλή σχολική επίδοση . Σε σχέση ,δηλαδή, με το δυναμικό τους, που είναι επαρκές για υψηλές επιδόσεις, αυτοί δεν τις «κυνηγούν» . Οι γονείς τους, τις περισσότερες φορές, αποδίδουν την αποτυχία του παιδιού τους σε «τεμπελιά» ή σε γενικότερη αδυναμία στα μαθήματα. Η πραγματικότητα όμως βρίσκεται σε βαθύτερα αίτια. Οι μαθητές χαμηλής επίδοσης έχουν φυσιολογική νοημοσύνη αλλά παρουσιάζουν χαμηλή σχολική επίδοση γιατί δεν έχουν ως στόχο τους την υψηλή σχολική επίδοση. Δεν αντλούν καμιά ικανοποίηση από τη σχολική ζωή και συχνά αναπτύσσουν αρνητικές στάσεις απέναντι στους δασκάλους τους ή η προσοχή τους διασπάται. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλές παραμέτρους, για παράδειγμα, την έλλειψη σχολικής ωριμότητας ,την αδυναμία προσαρμογής στο περιβάλλον και στους κανόνες της τάξης, τη δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές ή την αδιαφορία των γονέων για τις επιδόσεις του παιδιού και την υποβάθμιση του ρόλου του σχολείου και των δασκάλων. Εδώ , πιθανόν, να ανήκουν και τα χαρισματικά παιδιά, τα οποία έχουν κλίσεις κι ενδιαφέροντα σε τομείς εκτός του σχολείου, όπως η μουσική ή ο αθλητισμός.

 

  1. Η γενικευμένη υποεπίδοση (γενικευμένες μαθησιακές δυσκολίες) είναι μια γενικότερη κατάσταση αδυναμίας. Τα παιδιά με υποεπίδοση δεν έχουν σε άλλους τομείς υψηλές ικανότητες και σε άλλους χαμηλές. Παρουσιάζουν δυσκολίες σε όλα τα μαθήματα του σχολείου και όχι σε συγκεκριμένα. Οι δεξιότητες της ανάγνωσης, της γραφής και της αριθμητικής αναπτύσσονται με πολύ πιο αργό ρυθμό από εκείνο των υπόλοιπων μαθητών στην τάξη. Στην ανάγνωση, ενώ αποκτούν την ικανότητα της αποκωδικοποίησης, διαβάζουν φωναχτά με αργό ρυθμό και η κατανόηση του κειμένου είναι περιορισμένη. Στην ορθογραφία  δυσκολεύονται επίσης πάρα πολύ και δεν κατανοούν την ετυμολογική προέλευση των λέξεων, μαθαίνοντας την ορθογραφία των λέξεων φωτογραφικά. (Πολυχρονοπούλου, 2003). Στην αριθμητική ,εμφανίζουν ανωριμότητα και λύνουν πράξεις με μηχανικό τρόπο χωρίς να κατανοούν πώς και για ποιο λόγο κάνουν την πράξη. Δυσκολεύονται παράλληλα στην κατανόηση οδηγιών και εννοιών και συνήθως δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν επαγωγική, αναλυτική, συγκριτική, συμπερασματική και αφηρημένη σκέψη. Τα παιδιά αυτά, επειδή δεν δημιουργούν φασαρία και προβλήματα μέσα στην τάξη, μπορεί να περάσουν απαρατήρητα για πολλά χρόνια και στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού να αρχίσουν να φαίνονται έντονα οι δυσκολίες τους. (Μακρή-Μπότσαρη, 2007) Η σχολική υποεπίδοση  δεν είναι σπάνιο φαινόμενο  σε  μία  σχολική  τάξη.  Πληθώρα  παραγόντων  έχει  αποδειχθεί  ότι  επηρεάζουν τη σχολική επίτευξη, όπως η γνωστική αρτιότητα του ατόμου, ηψυχολογική  κατάσταση  του  ατόμου  και  τα  κίνητρα,  η  ενδοοικογενειακή συνοχή,  η  κοινωνικοοικονομική  κατάσταση  το  μέγεθος  της  οικογένειας κλπ. 

 

Γενικά, η  ανάγνωση κι η  ορθογραφία  αποτελούν, λόγω  πολυπλοκότητας τους, , δύο λειτουργίες που, όσο κι αν μας φαίνονται απλές κι αυτονόητες, για να αναπτυχθούν , απαιτούν   τη συμμετοχή   και  την προσπάθεια του μαθητή  για  αρκετά  χρόνια,  όσο  και  τη  θετική  επίδραση πολλών άλλων παραγόντων ώστε να ολοκληρωθεί επιτυχώς η ανάπτυξή  τους. 

Σε  περιπτώσεις  που,  για οποιοδήποτε λόγο, η διαδικασία μάθησης διαταραχθεί  από παράγοντες όπως η ελλιπής ή πλημμελής φοίτηση, οι διδακτικές  επιλογές του εκπαιδευτικού  της  τάξης  ή  η αδιαφορία της  οικογένειας,  τότε   θα  πρέπει  να περιμένουμε  κι  αντίστοιχη  μείωση  στη  σχολική  επίδοση. 

 Στην  περίπτωση  της  ανάγνωσης  και  γραφής,  οι μαθητές  εκδηλώνουν δυσκολίες παρόμοιες με αυτές που εκδηλώνουν οι δυσλεκτικοί μαθη-τές , χωρίς,  ωστόσο,  να  υπάρχει  γνωστικό  υπόβαθρο  για  τις  δυσκολίες αυτές.

Κύλιση στην Αρχή