Ρουμπελάκη Ανθή

Ρουμπελάκη Ανθή

Τετάρτη, 04 Ιουνίου 2014 18:07

Ενότητα 19

Τετάρτη, 04 Ιουνίου 2014 17:27

Ενότητα 18

Τετάρτη, 04 Ιουνίου 2014 07:37

Ενότητα 21

ΘΕΜΑ: «Οι Εθνικοί Ευεργέτες του 19ου αιώνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συγκρότηση και ανάπτυξη του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Οι έννοιες της φιλανθρωπίας, της φιλοπατρίας, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της δωρεάς, της αλληλεγγύης και του φιλότιμου αναδείχθηκαν στον μέγιστο βαθμό με ιδεατό πρότυπο τη Φιλική Εταιρεία και Φιλόμουσο Εταιρεία.

Με ποιούς τρόπους θα μπορούσε η ευεργεσία να συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολίτη- κράτους και ως εκ τούτου στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας με βάση τις πανανθρώπινες ελληνικές αξίες;» (400-500 λέξεις περίπου)

 

Επεξήγηση εννοιών

Ευεργεσία: καλή, φιλάνθρωπη πράξη την οποία κάνει κάποιος για να ωφελήσει κάποιον άλλο που συνήθως την έχει ανάγκη, παροχή βοήθειας σε κάποιον

Ευεργέτης: αυτός που προσέφερε βοήθεια, ιδίως οικονομική, για να πραγματοποιηθεί κάποιο έργο χρήσιμο στο κοινωνικό σύνολο

Εθνικός Ευεργέτης:  αυτός που με όσα προσέφερε ωφέλησε ολόκληρο το έθνος

(Εθνικοί Ευεργέτες το 19ο αιώνα: κάποιοι αγωνιστές & οπλαρχηγοί, έμποροι & καραβοκύρηδες, Έλληνες του εξωτερικού, πλούσιοι άρχοντες, Φιλική Εταιρεία, Φιλόμουσος Εταιρεία )

Φιλανθρωπία: η πράξη, η χειρονομία ενίσχυσης, βοήθειας (οικονομικής κυρίως) προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη

Ανιδιοτελής προσφορά: το να προσφέρεις στους άλλους χωρίς να περιμένεις ανταλλάγματα, χωρίς να προσπαθείς να εξυπηρετήσεις το προσωπικό σου συμφέρον.

Δωρεά: η παραχώρηση χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα, χρηματικού ποσού, ακίνητου ή κινητού περιουσιακού στοιχείου που προσφέρει κάποιος στο κράτος, σε κοινωφελές ίδρυμα ή σε ιδιώτη

Αλληλεγγύη: το ηθικό καθήκον της αλληλοβοήθειας, της υποχρέωσης που έχουν τα μέλη μιας ομάδας να υποστηρίζονται και να ενισχύονται αμοιβαία

Φιλότιμο: ιδιαίτερη, αυξημένη ευαισθησία, σε σχέση με την προσωπική τιμή, την αξιοπρέπειά κάποιου και γενικότερα με την εικόνα που σχηματίζουν οι άλλοι (η κοινωνία, το περιβάλλον) γι΄ αυτόν, προθυμία, ευσυνειδησία στην εκτέλεση καθήκοντος, εργασίας

Φιλική Εταιρεία: μυστική εταιρείαπου σχηματίστηκε για την προετοιμασία επανάστασης για την απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Φιλόμουσος Εταιρεία: δύο φιλολογικές εταιρείες που δημιουργήθηκαν επί τουρκοκρατίας λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κύριος στόχος τους ήταν η ανάπτυξη του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων. Και οι δύο συνέβαλαν στην ανάπτυξη του φιλελληνισμού. Αυτές ήταν:

 

Πανανθρώπινες ελληνικές αξίες: φιλανθρωπία, ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη, φιλότιμο, σεβασμός, δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία, δημοκρατία

Η προσφορά των Εθνικών Ευεργετών

-         πολεμικός εξοπλισμός για τις ανάγκες της Ελληνικής Επανάστασης

-         έχτισαν σχολεία, εκκλησίες, δημόσια κτίρια

-         έφτιαξαν νοσοκομεία & ορφανοτροφεία

-         χρηματοδότησαν την έκδοση βιβλίων / εφημερίδων

-         ενίσχυσαν τους φτωχούς

-         χρηματοδότησαν δημόσια έργα

-         έδιναν υποτροφίες

-         ίδρυσαν βιβλιοθήκες

-         ενίσχυσαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους

Þ η Ελλάδα κερδίζει την ελευθερία της από τους Οθωμανούς & συγκροτείται σε κράτος

 

Η σημερινή κατάσταση

-         οικονομική κρίση

-         πολιτική κρίση

-         προβλήματα στο εκπαιδευτικό σύστημα

-         απουσία ουσιαστικού κράτους πρόνοιας

-         κοινωνικά προβλήματα: φτώχεια, ανεργία, βία, εγκληματικότητα, ρατσισμός

-         η έλλειψη ευεργεσιών οδηγεί στο δανεισμό (καθεστώς εξάρτησης από άλλες χώρες)

 

Λόγοι απουσίας πράξεων ευεργεσίας στις μέρες μας

-         η υλιστική εποχή μας, που δίνει προτεραιότητα στα υλικά αγαθά έναντι των πνευματικών αγαθών ή ηθικών αξιών

-         ο εγωισμός, η πλεονεξία και η απληστία που κυριαρχούν σήμερα

-         η καχυποψία πως ακόμα και να δοθούν κάποια χρήματα δεν θα χρησιμοποιηθούν σωστά ή θα τα καταχραστούν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία

-         πολλά παραδείγματα από την ιστορία ότι η Ελλάδα έχει φανεί αγνώμων (= αχάριστη) σε όσους την ευεργέτησαν

 

Συμβολή ευεργεσίας στην ανάταξη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας

-         επίλυση κοινωνικών προβλημάτων

-         αναπλήρωση του κράτους

-         οικονομική συμβολή στη λειτουργία της κρατικής μηχανής

-         κράτος δικαίου

-         κράτος πρόνοιας / υγεία / περίθαλψη

-         χρηματοδότηση θεσμών & ιδρυμάτων

-         αντιμετώπιση επειγόντων κοινωνικών προβλημάτων

-         κοινωνική πρόοδος

-         παιδεία / εκπαίδευση

-         ενίσχυση του πολιτισμού, των τεχνών & των γραμμάτων

-         ενίσχυση των επιστημών & της έρευνας

-         αθλητισμός

-         κέντρα νεότητας

-         υποτροφίες / φοιτητικές εστίες

-         αποπληρωμή δανείων

-         νέες θέσεις εργασίας / καταπολέμηση ανεργίας

-         εξυγίανση πολιτικού συστήματος

-         στέγη – τροφή σε άνεργους / άστεγους / ηλικιωμένους

-         ουσιαστική ένταξη μεταναστών στην ελληνική κοινωνία

-         δράσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής φροντίδας

-         άμεση ανακούφιση των ευπαθών ομάδων (άστεγοι, φτωχοί, άνεργοι, άτομα με ειδικές ανάγκες κλπ.)

 

 

 

Πρόλογος: Γενική εισαγωγή στο θέμα

                  (εξηγούμε τις έννοιες ευεργεσία – Εθνικός Ευεργέτης)        

                  (ρητό)

 

Κύριο Μέρος

1η παράγραφος: Συνοπτική αναφορά στο έργο των Εθνικών Ευεργετών του 19ου αιώνα

                           & των αποτελεσμάτων τους

2η παράγραφος: Συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης.

                          (Γιατί χρειάζεται η ευεργεσία σήμερα; Γιατί δεν υφίσταται;)

3η παράγραφος κ.εξ.: Συμβολή ευεργεσίας στην ανάταξη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

(επιλέγω τους τομείς που θεωρώ σημαντικότερους και αιτιολογώ τις σκέψεις μου)

 

Επίλογος: ανακεφαλαίωση – συμπέρασμα – προσωπική γνώμη – (ρητό)

 

Αποφθέγματα  με θέμα την ευεργεσία

  • Αν σ' ευεργετήσουν, ποτέ μην το ξεχνάς, αν ευεργετήσεις, ποτέ μην το θυμάσαι. Σαρον Πιερ
  • Είναι ανθρώπινο να ακούς να σε κακολογούν μετά από μια ευεργεσία που έκανες. Μέγας Αλέξανδρος
  • Εύ ποιείν (Ευχάριστο πράγμα η ευεργεσία) Αριστοτέλης
  • Ευεργέτας τίμα (Να τιμάς τους ευεργέτες σου) Περίανδρος
  • Η ευεργεσία που κάνεις από ανάγκη, δεν έχει ποτέ καμία αξία. Φραγκλίνος
  • Η μεγαλύτερη εκδίκηση εναντίον εκείνου που σε έβλαψε, είναι να τον ευεργετήσεις.
  • Η μνήμη για τις προσβολές είναι πιο μακροχρόνια, παρά η μνήμη για τις ευεργεσίες. Μπουάστ Π.
  • Η υπόμνηση της ευεργεσίας είναι κατακριτέα. Δημοσθένης
  • Μάλλον φιλούσιν οι ποιήσαντες ευ τους παθόντας ή οι παθόντες ευ τους ποιήσαντας. (Περισσότερο αγαπούν οι ευεργέτες αυτούς που ευεργέτησαν, παρά αυτοί που ευεργετήθηκαν τους ευεργέτες τους) Αριστοτέλης
  • Μικρές ευεργεσίες, εάν δοθούν στην κατάλληλη στιγμή, κάνουν την εντύπωση πιο μεγάλη. Δημόκριτος
  • Να θυμάσαι τις ευεργεσίες που σου έκαναν και να ξεχνάς τις ευεργεσίες που έκανες. Κλεόβουλος
  • Να τιμάς του ευεργέτες σου. Περίανδρος
  • Ο ευεργέτης μοιάζει με το άρωμα. Βύρων
  • Ουδείς χειρότερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα φίλο. Ελληνική Παροιμία
  • Πικρή είναι η απογοήτευση όταν σπείρεις ευεργεσίες και θερίσεις ύβρεις. Πλαύτος
  • Πρέπει κανείς να συμπληρώσει το ευεργέτημα που έκανε, συγχωρώντας την αχαριστία του ευεργετηθέντος. Τεριέ
  • Στην ευεργεσία δεν υπάρχει υπερβολή. Μπέικον Φράνσις
  • Τις προσβολές γράψτε πάνω στην άμμο, τις ευεργεσίες χαράξτε πάνω στο μάρμαρο. Μπουάστ Π.
  • Υπάρχουν ευεργεσίες που μοιάζουν με ενέδρες. Μαρτινώ
  • Φαίνεται ότι κανείς δεν προτιμάει να ευεργετήσει άλλους, όταν η ευεργεσία του θα παραμείνει μετά άγνωστη. Αριστοτέλης
  • Χάρις χάριν τίκτει (Η ευεργεσία ανταποδίδεται) Σοφοκλής

 

 

Κυριακή, 04 Μαΐου 2014 09:39

Εθνικοί Ευεργέτες - Άρθρα

Αγαπημένα μου παιδιά!

 

Εδώ θα βρείτε κάποια άρθρα δημοσιευμένα στο Διαδίκτυο σχετικά με το θέμα της Ευεργεσίας και τους Εθνικούς Ευεργέτες, καθώς επίσης και κάποια αποφθέγματα σπουδαίων προσώπων που αναφέρονται στην ευεργεσία. Μπορεί να τα μελετήσει όποιος θέλει για να προετοιμαστεί για το διαγωνισμό της έκθεσης.

 

1)      Αποφθέγματα  με θέμα την ευεργεσία

  • Αν σ' ευεργετήσουν, ποτέ μην το ξεχνάς, αν ευεργετήσεις, ποτέ μην το θυμάσαι. Σαρον Πιερ
  • Είναι ανθρώπινο να ακούς να σε κακολογούν μετά από μια ευεργεσία που έκανες. Μέγας Αλέξανδρος
  • Εύ ποιείν (Ευχάριστο πράγμα η ευεργεσία) Αριστοτέλης
  • Ευεργέτας τίμα (Να τιμάς τους ευεργέτες σου) Περίανδρος
  • Η ευεργεσία που κάνεις από ανάγκη, δεν έχει ποτέ καμία αξία. Φραγκλίνος
  • Η μεγαλύτερη εκδίκηση εναντίον εκείνου που σε έβλαψε, είναι να τον ευεργετήσεις.
  • Η μνήμη για τις προσβολές είναι πιο μακροχρόνια, παρά η μνήμη για τις ευεργεσίες. Μπουάστ Π.
  • Η υπόμνηση της ευεργεσίας είναι κατακριτέα. Δημοσθένης
  • Μάλλον φιλούσιν οι ποιήσαντες ευ τους παθόντας ή οι παθόντες ευ τους ποιήσαντας. (Περισσότερο αγαπούν οι ευεργέτες αυτούς που ευεργέτησαν, παρά αυτοί που ευεργετήθηκαν τους ευεργέτες τους) Αριστοτέλης
  • Μικρές ευεργεσίες, εάν δοθούν στην κατάλληλη στιγμή, κάνουν την εντύπωση πιο μεγάλη. Δημόκριτος
  • Να θυμάσαι τις ευεργεσίες που σου έκαναν και να ξεχνάς τις ευεργεσίες που έκανες. Κλεόβουλος
  • Να τιμάς του ευεργέτες σου. Περίανδρος
  • Ο ευεργέτης μοιάζει με το άρωμα. Βύρων
  • Ουδείς χειρότερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα φίλο. Ελληνική Παροιμία
  • Πικρή είναι η απογοήτευση όταν σπείρεις ευεργεσίες και θερίσεις ύβρεις. Πλαύτος
  • Πρέπει κανείς να συμπληρώσει το ευεργέτημα που έκανε, συγχωρώντας την αχαριστία του ευεργετηθέντος. Τεριέ
  • Στην ευεργεσία δεν υπάρχει υπερβολή. Μπέικον Φράνσις
  • Τις προσβολές γράψτε πάνω στην άμμο, τις ευεργεσίες χαράξτε πάνω στο μάρμαρο. Μπουάστ Π.
  • Υπάρχουν ευεργεσίες που μοιάζουν με ενέδρες. Μαρτινώ
  • Φαίνεται ότι κανείς δεν προτιμάει να ευεργετήσει άλλους, όταν η ευεργεσία του θα παραμείνει μετά άγνωστη. Αριστοτέλης
  • Χάρις χάριν τίκτει (Η ευεργεσία ανταποδίδεται) Σοφοκλής

 

 

 

2)      ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ

 ««Όταν θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν», γράφει ο Καβάφης, «τέτοιους βγάζει το Έθνος μας, θα λένε». Και είναι, πράγματι, άξιος ο έπαινος αυτός για ανθρώπους που δίδαξαν με το δικό τους τρόπο την προσφορά στην Πατρίδα, τον άνθρωπο, τον Πολιτισμό. Ανθρώπους με υψηλό αίσθημα φιλοπατρίας, φιλανθρωπίας, κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η ευποιία αποτελεί έμπρακτη εκδήλωση συμπαράστασης προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Αίτιο της μπορεί να είναι ένα απλό συναίσθημα συμπάθειας και οίκτου που γεννιέται αυθόρμητα στη ψυχή του ανθρώπου όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη δυστυχία. Στον άνθρωπο αυτόν γεννιέται το συναίσθημα της φιλαλληλίας καθώς επίσης και το συναίσθημα της ανιδιοτελούς αγάπης προς τους άλλους. Αυτή η αγάπη ξεκινά από τα φιλικά και συγγενικά πρόσωπα και στη συνέχεια εκτείνεται στο κοινωνικό περιβάλλον έχοντας ως σκοπό να γίνει αφετηρία όλων των κοινωνικών αρετών.
Από τα αρχαία χρόνια όμως μπορούμε να δούμε μορφές θεσμοθετημένης και πολύτιμης υπηρεσίας προς την κοινωνία.

Εθνικός ευεργέτης δεν μπορεί βεβαίως να αποκληθεί ο συνάνθρωπος που περιγράψαμε μόλις. Άλλωστε, οι νέες οικονομικές κλίμακες, έχουν δημιουργήσει όπως και στη δομή των επιχειρήσεων που είναι πλέον μετοχικές, νέα δεδομένα στην δυνατότητα προς «εθνική ευεργεσία» Μεγάλα, κεντρικής -κρατικής σημασίας έργα δεν είναι δυνατό να αναληφθούν πλέον από μεμονωμένα πρόσωπα. Όμως, ούτε τα τοπικής εμβέλειας έργα (γέφυρες, λιμενοβραχίονες, οδοστρ΄ψσεις. διανοίξεις δρόμων, πλατειών και τα σχετικά), είχαν σταματήσει στην Ελλάδα, τουλάχιστον πριν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα εκπονήσει τα περιφερειακά της προγράμματα. Όμως ιδού το πρόβλημα και τα επιμέρους ερωτήματά του: πώς θα ορίσουμε τον εθνικό ευεργέτη, είναι ή δεν είναι εθνικός ευεργέτης ο χρηματοδότης ενός μεγάλης τοπικής σημασίας έργου, το διαφέρει ο ευεργέτης από τον χορηγό και τον δωρητή; Πίσω βέβαια από  τα ερωτήματα αυτά, υπάρχει ένα ακόμη, εξίσου σημαντικό, που συνέχει όλα τα προηγούμενα: σε ποιά χρονική στιγμή αναφερόμαστε;

Ο θεσμός των «εθνικών κληροδοτημάτων» φαίνεται να είναι έμφυτος στην ψυχοσύνθεσή μας και αυτό επειδή εμφανίζεται στην ελληνική αρχαιότητα, σε πολλές μορφές. Ακόμη και η μυθολογία μας εμπεριέχει στοιχεία του ευεργετισμού. Σύμφωνα με το μύθο λοιπόν, ο πρώτος «έλληνας» ευεργέτης ήταν ο Προμηθέας, ο οποίος έκλεψε τη φωτιά από τους Θεούς ώστε να ωφεληθεί η ανθρωπότητα. Παράλληλα, η θεά Αθηνα, χάρησε το μέγα ευεργέτημα στους Αθηναίους –την ελιά. Οι πλούσιοι Αθηναίοι πάντοτε έδιναν δωρεές στο  κράτος –Στον θεσμό της χορηγίας στην αρχαία Αθήνα, συνεπάγονταν η χορηγία από πλούσιους πολίτες, αθλητικών αγώνων καθώς και θεατρικών ή μουσικών έργων, προς τιμήν του θεού Διόνυσου. Ήταν από την χορηγία τέτοιων αγώνων όπου εκπαιδεύονταν οι αρχαίοι αθλητές στο σημείο όπου κρίνονταν έτοιμοι να συναγωνιστούν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτό όπως θα δούμε αργότερα, θα έχει αντίκτυπο άνα των αιώνων.   Παράλληλα, στο θεσμό του Γυμνασιοαρχείου, οι πλούσιοι χορηγούσαν δαδοδρομία προς τιμήν του Ήφαιστου. Αργότερα, στον θεσμό αυτόν συνεπάγονταν η διατήρηση των γυμνασίων, σταδίων και άλλων αθλητικών εγκαταστάσεων. Επίσης, οι πλούσιοι πολίτες χορηγούσαν των θεσμό των εστιάσεων –δηλαδή, την χορήγηση δημοσίου δείπνου για όλόκληρη τη φυλή στην οποία ανήκε ο επιφανής πολίτης. Ο Πλούταρχος; στους βίους του, αναφέρεται στον Κίμωνα, ο οποίος στάθηκε ως ευεργέτης των φτωχών Αθηναίων. Κατήργησε το περίφραγμα των κτιμάτων του, ώστε να επωφελούνται οι πάντες από τα οπωροφόρα δέντρα του. Επίσης, στους δημόσιους δείπνους που χορηγούσε, προσπαθούσε αφιλοκερδώς να ακροαστεί και να λύσει αφιλοκερδώς τα προβλήματα των φτωχών.

   Υπήρχε επίσης η αρχιθεωρία, δηλαδή η διατήρηση των προξενείων κατά των ιερών αγώνων και πανυγηριών, καθώς και η αρρεφορία, -η χορήγηση πομπών.  Ιδιαίτερη τιμή προσέφερε η τριηραρχία, η οποία αφορούσε τον εξοπλισμό του στόλου (πλοίο και πλήρωμα με τον πλήρη εξοπλισμό του) με τον οποίον η Αθήνα  έγινε θαλασσοκράτειρα. Σ’ αυτές η δωρέές λοιπόν –οι οποίες ήταν μεν προαιρετικές αλλά στην αλήθεια, επιβάλλονταν κοινωνικώς στους οικονομικά έυρωστους της εποχής, αντλούμε την απαρχή της ιδέας του ευεργετισμού.Υπήρχαν πάντοτε βέβαια εκείνοι που ήθελαν να αποφύγουν τον υποχρεωτικό ευεργετισμό. Εφόσον η τριηραρχία απονείμονταν στον πλουσιότερο Αθηναίο, με μία συγκεκριμένη διαδικασία η οποία ονομάζονταν «αντίδωσης»ο πλούσιος δύναται να προτείνει κάποιον άλλον ως πλουσιότερο, οπότε το κράτος προβούσε σε ανατίμηση των περιουσιών και των δύο προς εξακρίβωση του λόγου το αληθές.

 Στην αντίληψη του αρχαίου έλληνα πάντος, ο ευεργετισμός αποτελούσε κοινωνικό πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο ο καθένας βοηθούσε εκείνους που τον είχαν βοηθήσει ήδη –κάτι παρόμοιο με την δική μας αντίληψης της κοινωνικής υποχρέωσης.

Δύο φιλόσοφοι θα εξετάσουν και θα εκλεπτύνουν την έννοια του ευεργετισμού. Ο Αριστοτέλης Έκανε λόγο στα "Ηθικά" για τον "μεγαλοπρεπή" άνθρωπο, εκείνον δηλαδή, ο οποίος ασχολείται με τα κοινά ώστε να ωφελήσει τον συνάνθρωπό του - με κοινοφελείς δραστηριότητες με τις προσωπικές του δαπάνες. Παράλληλα, στη Ρητορική, αναφέρεται στον ότι ο πραγματικός πλούτος έγκειται στο να πράττει κανείς το καλό - δηλαδή να δωρίζει χρήματα ή δώρα στον συνάνθρωπό του και να τον βοηθά. Στην Κυροπάιδεια, ο Ξενοφώντας εξυμνύει τον Κύρο, για την φιλανθρωπία του, ενώ ο Πλάτωνας θεωρούσε την διδασκαλία γνώσεως ως το μέγιστο ευεργέτημα, όπως προκύπτει από τον Ευθύφρωνα.

Από τους πρώτους ευεργέτες λοιπόν ήταν ο Ιπποκράτης, όχι μόνον επειδή οι γιατρευτικές του ικανότητες ήταν τεράστιες αλλά επειδή συμβούλευε τους συνάδελφους του να περιθάλπτουν όσους ασθενείς δεν είχαν οικονομική άνεση, δωρεάν.

Βέβαια, ο ευεργετισμός ως θεσμός υιοθετήθηκε και από τους Ρωμαίους. ….

Στο Βυζάντιο, αυτή η παράδοση ευεργετισμού σνεχίζεται. ….

Ο θεσμός της ευεργεσίας, παίρνει νέες διαστάσεις στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ανάγκη για πνευματική αναβάθμιση του Γένους ώθησε, τότε, την Εκκλησία, αλλά και πολλούς εύπορους Έλληνες να δραστηριοποιηθούν για την ίδρυση σχολείων, τη μισθοδοσία εκπαιδευτικών, αλλά και την παροχή οικονομικής αρωγής σ’ εκείνους που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Έλληνες της διασποράς πρωταγωνιστούν στο κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην ανέγερση σχολείων, την αποστολή βιβλίων, τη χορήγηση υποτροφιών. Η έμπρακτη εκδήλωση φιλοπατρίας με πράξεις ευεργεσίας παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στα χρόνια της Εθνεγερσίας Πλούσιοι ομογενείς συμπαρίστανται στην Πατρίδα που μάχεται και γίνονται αρωγοί στον αγώνα της Ελευθερίας. Η «Φιλική Εταιρεία»,αλλά και πολλά από τα μέσα που χρησιμοποιούνται στους αγώνες του Έθνους χρηματοδοτούνται από αγωνιστές και εθνικούς ευεργέτες, γυναίκες και άνδρες.

Η Μαντώ Μαυρογένους για παράδειγμα, και η Μπουμπουλίνα, δώρησαν ολόκληρη την περιουσία τους στον Αγώνα.. η ΔΕ Φιλική Εταιρεία, χορηγήθηκε και ιδρύθηκε από απόδημους εμπόρους της Οδησσού, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και Νικόλαο Σκουφά από την Ήπειρο, και τον Εμμανουήλ Ξάνθο από την Πάτμο.

Η φιλοπατρία, όμως, εκφράζεται με πράξεις εθνικής ευεργεσίας και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού Κράτους. Αποδεικνύονται, μάλιστα, οι πράξεις αυτές, βασική παράμετρος στην οικοδόμηση υποδομών Υγείας, Παιδείας και Πολιτισμού. Οι παροικίες των Ελλήνων της Διασποράς (στην Τεργέστη, τη Βενετία, τη Μολδαβία, τη Βιέννη, την Οδησσό, το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια και αλλού) γίνονται σταδιακά, βασικοί πόλοι ευεργεσίας προς την Πατρίδα. Οι κοινότητες των Απόδημων Ελλήνων αυτοοργανώνονται και φροντίζουν να καλύψουν τις ανάγκες τους χτίζοντας, πρώτ’ απ’ όλα, Εκκλησιές και Σχολεία.. Στη Ρουμανία για παράδειγμα, όπου το καθεστώς των οσποδάρων κυριαρχούνταν από Φαναριώτες, τα περισσότερα σχολεία και εκκλησίες ανεγείρονταν με δαπάνες ελλήνων ηγεμόνων - αλλά η Ελληνοκρατία στη Ρουμανία και ο διαφωτισμός που την διακατείχε είναι άλλο θέμα που πρέπει να εξεταστεί λεπτομερώς. Ενδεικτικά αναφέρομαι στον Νικόλαο Μαυροκορδάτο ο οποίος έχτισε πάμπολλες εκκλησίες στο Βουκουρέστι. Σημειώνουμε ότι οι Φαναριώτες ηγεμόνες της Βλαχίας υπήρξαν μεγάλοι ευεργέτες του Αγίου ‘Ορους.

Πριν αναφερθούμε όμως στους ίδιους τους νέους τους ευεργέτες, ας δώσουμε μία εποπτική εικόνα για την εξέλιξη της αντίληψης για την ευεργεσία, όπως αυτή προκύπτει από τα κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα - ως πρώτη βάση παρατήρησης για την ευεργετική πρακτική.

Γνωρίζουμε ότι έχουμε κατά την περίοδο του επαναστατικού αγώνος,  «διάθεση ολόκληρων περιουσιών», όπως είναι η επικρατούσα διατύπωση. Πρόκειται για πράξεις που, κατά την περίοδο του Αγώνα, εκείνοι που προβαίνουν σ' αυτές τις θεωρούν υποχρέωση ενώ μετά τον Αγώνα, από την κοινωνία τους αναγνωρίζονται ως προσφορά. Μετά την απελευθέρωση, και κατά την πορέια της σταδιακής συγκρότησης του ελληνικού κράτους ex nihilo, οι ευεργεσίες συνεχίζονται και στην περίοδο αυτή μπορεί να εντοπισθεί μία ταύτιση στην πρόθεση που δηλώνει ο ευεργέτης για την πράξη του και στην κοινωνική αποτίμηση της πράξης: κυριαρχεί η λέξη προσφορά.  Από τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, και μετά, έχουμε μία συνθετότερη ελληνική κοινωνία, που η αντίληψη των μελών της για την οικονομική διάσταση των κοινωνικών συμπεριφορών ολοένα ενισχύεται. Κατά την περίοδο αυτή, ο ευεργέτης είτε ορίζει  την πράξη του ως προσφορά, είτε με τρόπο διακριτικό απομένει μακριά από οποιαδήποτε έκδηλη προσπάθεια να καθοριστούν οι ιδεολογικές συντεταγμένες της πράξης του. Είναι όμως βέβαιος, στην περίπτωση αυτή, ότι θα έλθει το κράτος με το βάρος των θεσμών του (εκκλησία και μνημόσυνα, γιορτές και επαινετικές αναφορές, ονοματοδοσίες δημοσίων χώρων και αιθουσών) να επισημειώσει την πράξη με τον χαρακτηρισμό της προσφοράς. Όμως, καθώς ή κοινωνική σύσταση γίνεται ιδεολογικά συνθετότερη, αρχίζουν να ξεπροβάλουν και αντιλήψεις που θέτουν την ευεργεσία στο πλαίσιο της κοινωνικής υποχρέωσης και της ανταπόδοσης.

Ώστε, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, οι αναφορές που γίνονται από τους λόγιους και τους πάσης φύσεως ομιλητές και συγγραφείς στους ευεργέτες και την κοινωνικο-οικονομική εξέλιξη του κράτους, με βάση τις ευεργεσίες του, είναι συχνές, Δύο και αντίρροπα είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του λόγου αυτού, που απαντάται τόσο στα επιστημονικά κείμενα, όσο και στα περιοδικά, τις εφημερίδες και τις εορταστικές ομιλίες. Από τη μία, ο λόγος αυτός προσπαθεί να εξάρει τον ρόλο των ευεργετών και να εξιδανικεύσει την οικονομική τους δραστηριότητα, προσδίδοντας της στοιχεία χαρισματικότητας, ηθικότητας, ανιδιοτέλειας και κοινωνικής προσφοράς. Από την άλλη πλευρά, με πλαίσιο τον βιομηχανικό κόσμο που εξελίσσει τη νεόπλαστη οικονομική ηθική του, διατυπώνονται σκέψεις και προβληματισμοί για τις έννοιες πλούτος, φτώχεια, φιλανθρωπία, εργασία και συνακόλουθα, διατυπώνονται αρνητικές αποτιμήσεις για τις προθέσεις-βλέψεις των ευεργετών, που  οδηγούν τη λέξη σιγά-σιγά σε ειρωνική χρήση.

Είναι ο 19ος αιώνας, η εποχή της νέας ελληνικής κοινωνία, των πυκνών νεολογισμών, αλλά και της αρχαιοπρέπειας. Έτσι, για πολλές από τις λέξεις που προσπαθούν να εκφράσουν τις νέες κοινωνικές συνθήκες, χρησιμοποιούνται (είτε φτιάχνονται νέες) εκείνες με πρώτο συνθετικό, το «-ευ». Είναι η εποχή των «-ευ»

Μέσα στο κλίμα ιδεολογικής κυριαρχίας του οινομικού φιλελευθερισμού, πλούτος και ασφάλεια είναι μέγιστες αλληλένδετες επιδιώξεις. Ύψιστη δικαίωση της οικονομικής συμπεριφοράς αποτελούν: η ευ-ζωία για το άτομο, η ευ-ημερία και η ευνομία για την κοινωνία.  Μέσα στο πλαίσιο της δημιουργίας νέων κοινωικών ιεραρχήσεων, ξεπροβάλλουν οι αντιλήψεις για αλληλοδιαδοχές στον πλούτο και στα επαγγέλματα και γίνονται προσπάθειες να θεμελιωθούν σε βάση αναγνωρισμένη από το κράτος (κρατικές τιμές και παρασημοφορήσεις). Πρόκειται για την προσπάθεια να τεθούν μέσα στην κοινωνία διακρίσεις, βασισμένες στην καταγωγή, στα γένη, στους τίτλους «ευγένειας». Ιδού λοιπόν και ένα τέταρτο, σημαντικό -ευ του 19ου αιώνα, η ευ-γένεια. Στον πληθωρισμό των «ευ-» λοιπόν, έρχονται να προστεθούν η ευεργεσία και η ευ-ποιία.

Στην εποχή που οι αποχρώσεις δεν υπάρχουν και η προσπάθεια είναι όλα να χαρακτηρισθούν με αιώνια πρόσημα όπως το «ευ-», και το «δυσ-» κατασκευάζονται οι όροι γύρω από το φαινόμενο που μας απασχολεί. Είναι η εποχή που η Ελλάδα φτιάχνει συνθετότερες οικονομικές δομές στις οποίες φυσικά συμμετέχουν, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν καλά τις παραμέτρους λειτουργίας τους. Και είναι απαραίτητο να καταλάβουμε σε πόσο στενό περιβάλλον γίνονταν κατανοητές οι οικονομικές έννοιες, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε ταυτοχρόνως, πόσο εύκολο ήταν επί πολλά χρόνια, η ευεργεσία και η δωρεά να μπορούν να εμφανίζονται ως πράξεις αποκλειστικώς φιλοπατρίας και φιλανθρωπίας, χωρίς άλλα οικονομικά συμφραζόμενα. Όμως στην αμέσως επόμενη περίοδο, τα πράγματα αλλάζουν έντονα. Τόσο εντονότερα, όσο η ελληνική κοινωνία φέρνει στο κέντρο της κοινωνικής ζωής την οικονομία. Τότε αυξάνουν τα σχόλια και οι κρίσεις για τους οικονομικούς παράγοντες και η ευεργεσία, παύει να αποτιμάται ως μια μόνον στιγμή στον χρόνο (η στιγμή της διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων), αλλά αρχίζει να αποτιμάται σε πολλαπλούς χρόνους (μπρος και πίσω στον χρόνο).

Ας εξετάσουμε όμως ορισμένους από τους μεγάλους αυτούς ευεργέτες.

Ο Γεώργιος Χατζηκώστας, γεννήθηκε το 1753 στα Γιάννενα. Αφού μαθήτευσε στα Γιάννενα κοντά στους Μπαλάνους, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη και στη Μόσχα μετά τον θάνατο του αδελφού του που βρισκόταν εκεί. Στην Κωνσταντινούπολη επιδόθηκε στο εμπόριο πολύτιμων ειδών. Μετά το 1815 φεύγει για τη Μόσχα και γνωρίζεται με τους εξέχοντες Ηπειρώτες αδελφούς Ριζάρη, Ζωσιμά

   Στα Ιωάννινα και το Μεσολόγγι αναγείρει από ένα Νοσοκομείο. Στην Αθήνα γίνεται το Ορφανοτροφείο Αρρένων με ισόβιο πρόεδρο τον Γεώργιο Σταύρου Μετά το 1840 αναλαμβάνει την αποπεράτωση του ναού του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Αθανασίου, της πόλης και συμμετέχει σε κάθε έρανο που γίνεται, η σε κάθε έκδοση βιβλίου του Διαφωτισμού. Επίσης ενισχύει μονές, εκκλησίες και σχολεία, όπως και φτωχούς.

Ο Ευάγγελος Ζάππας Γεννήθηκε στο χωριό Λάμποβο στην Βόρεια Ήπειρο (σημερινή Αλβανία) το 1800. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, έμπορος από τους σημαντικούς της περιοχής και της Σωτηρίας, το γένος Μέξη. Το χωριό ανήκε στην επαρχία Τεπελενίου, πατρίδα του Αλή Πασά. Ο Ευαγγέλoς, σε ηλικία 13 ετών, στρατολογήθηκε απ τον Αλή Πασά και στάλθηκε φρουρός σε ένα φρούριο κοντά στα Γιάννενα. Mε τη συμμαχία των Σουλιωτών με τον Αλή, ο Ζάππας βρέθηκε στο στρατόπεδο του Αγώνα και μεταπήδησε στην εξουσία του Μάρκου Μπότσαρη. Έγινε, μάλιστα, υπασπιστής και τον ακολούθησε. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, ο Ευαγγέλης Ζάππας πολέμησε με τον Κωνσταντίνο Μπότσαρη, αδερφό του ήρωα, και στη συνέχεια με τον στρατηγό Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γκούρα, με συναγωνιστή τον Μακρυγιάννη, τον Νοταρά και τον Πανουργιά. Το 1824, έγινε ταξίαρχος και διοίκησε τα Βλαχοχώρια των Σαλώνων. Σύμφωνα με άλλες πηγές, πολέμησε με τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Στο τέλος της επανάστασης αρνείται την χρηματική αποζημίωση για τους ήρωες της Επανάστασης και μεταναστεύει στο Βουκουρέστι το 1831. Η περιοχή αυτή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε την περίοδο εκείνη μεγάλη ελληνική παράδοση, από την εποχή που η Υψηλή Πύλη διόριζε Φαναριώτες στις διοικητικές θέσεις. Ο Ζάππας εγκαταστάθηκε στη Βλαχία. Η κοινωνικοοικονομική δομή της περιοχής χαρακτηριζόταν από την ισχνότητα αστικών κέντρων και τα μεγάλα κτήματα. Ο Ζάππας εντάχθηκε στην τοπική κοινωνία χρησιμοποιώντας ένα εκλεπτυσμένο σύστημα δημοσίων σχέσεων. Φρόντισε να εξοικειωθεί με τους άρχοντες και τους ηγούμενους των ελληνικών μοναστηριών οι οποίοι διαχειρίζονταν τα μοναστηριακά κτήματα. Ο Ζάππας ακολούθησε την τακτική και άλλων Ελλήνων, νοίκιασε και εκμεταλλεύτηκε μοναστηριακά κτήματα στην περιοχή της Γιαλόμιτζας, κοντά στο Βουκουρέστι. Σε τρεις περίπου δεκαετίες απέκτησε τεράστια περιουσία και αντίστοιχα εισοδήματα. Η μακροχρόνια απουσία του Ευαγγέλου απ' την Ελλάδα και το ρίζωμα του στη βλαχική κοινωνία δημιούργησε περιπλοκές στην έκφραση της εθνικής του συνείδησης. Η διάθεση του ήταν να ευεργετήσει και τις δύο πατρίδες του.

Ο κύριος αποδέκτης των ευεργεσιών του ήταν η Ελλάδα. Ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους το διέθεσαν για κοινωφελείς και εθνικούς σκοπούς στην ιδιαιτέρα πατρίδα τους. Συγκεκριμένα, ίδρυσαν εκπαιδευτήρια στο Λάμποβο, την Πρεμετή, τη Νίβανη, το Δέλβινο και τη Δρόβιανη

Το 1856 έγραψε στο βασιλιά Όθωνα προσφέροντας 400 δικά του μερίσματα της Εθνικής Ατμοπλοΐας ώστε τα κέρδη να χρησιμοποιηθούν για την ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων, την Ολυμπιάδα και για τα βραβεία των νικητών των αγώνων. Το 1859 κατάφερε να αναβιώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε μια πλατεία της Αθήνας. Το 1865 πέθανε αφήνοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που χρηματοδότησαν τους αγώνες του 1870 και 1875 που πραγματοποιήθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο που επίσης αναστύλωσε, έτσι τελειώνοντας το έργο του Ηρώδου του Αττικού..Οι Ζάππειοι αγώνες του 1859, 1870 και 1875 ήταν επίσης διεθνείς αφού συμμετείχαν αθλητές από την Ελλάδα και από την Οθωμανική αυτοκρατορία [3].Ο Ζάππας αναβιώνοντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες για πρώτη φορά από την Αρχαιότητα, έθεσε τη βάση για τους μεγάλους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. από το βαρώνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν και τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή που ιδρύθηκε το 1894. Ο Ζάππας επίσης χρηματοδότησε τη δημιουργία του Ζαππείου μεγάρου που χρησιμοποιήθηκε για τους αγώνες ξιφασκίας στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 και ως κέντρο τύπου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ενίσχυσε επίσης το Πανεπιστήμιο Αηνών και  το Αμαλείο Ορφανοτροφείο.

Ο Ευαγγέλης Ζάππας πέθανε στις 19 Ιουνίου του 1865 στο Μπροστένι, και ο ξάδερφος του Κωνσταντίνος στις 20 Ιανουαρίου του 1892 στο Μάντον της Γαλλίας..

Ο Απόστολος Αρσάκης (1792-1874) ήταν όχι μόνο Έλληνας ευεργέτης & πρωθυπουργός της Ρουμανίας.

Γεννήθηκε στη Χοταχόβα της Βόρειου Ηπείρου[1] και ήταν γιός του Κυριάκου Αρσάκη, ο οποίος ήταν ξάδερφος με τους αδερφούς Τοσίτσα[2]. Στάλθηκε απο τον πατέρα του για σπουδές, το 1804, στον θείο του Γεώργιο Αρσάκη, όπου διέμενε στη Βιέννη. Αρχικά εκπαιδεύτηκε στο Βουκουρέστι και στη Βιέννη, όπου είχε την τύχη να έχει δάσκαλο τον Νεόφυτο Δούκα, και στη συνέχεια σπούδασε ιατρική στη Χάλλη της Σαξονίας. Το 1811 σε ηλικία 19 ετών έγραψε βουκολικό ειδύλλιο σε δωρική διάλεκτο κατ΄ απομίμηση του Θεοκρίτου. Μ΄ αυτό προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Ναπολέοντα να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους. Το 1813 ανακηρύχτηκε χειρουργός και διδάκτορας με τη εναίσιμο διατριβή του στη λατινική γλώσσα «Περί του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού των ιχθύων». Η διατριβή αυτή μεταφράσθηκε σχεδόν σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες θεωρούμενη ότι προήγαγε τη συγκριτική ανατομία. Παράλληλα δημοσίευσε[3] στον «Λόγιο Ερμή» άρθρα σχετικά με την ιστορία της ιατρικής. Το 1814 εγκατάσταθηκε στο Βουκουρέστι, όπου άσκησε το επάγγελμα του ιατρού.

Το 1822 μπήκε στη διπλωματική υπηρεσία του ηγεμόνα της Βλαχίας ενώ την περίοδο 1836-1839 διετέλεσε γραμματέας επικρατείας του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Γκίκα. Το 1857 πρωτοεκλέχθηκε βουλευτής και την περίοδο 1857-1859 χρημάτισε μέλος της τετραμελούς επιτροπής για την ένωση της Βλαχίας & Μολδαβίας, οι οποίες θα αποτελέσουν την Ρουμανία. Το 1860 διορίζεται υπουργός εξωτερικών της Ρουμανίας και δύο χρόνια αργότερα στις 22 Ιανουαρίου του 1862 αντικαθιστά τον δολοφονημένο πρωθυπουργό Καρατζίο. Στον πρωθυπουργικό θώκο παρέμεινε μεχρι τις 24 Ιουνίου του 1862, οπότε και ανέλαβε ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός. Το 1866 αποχώρησε απο την ενεργό πολιτική δράση όπου και αρχίζει να χρονολογούνται οι πρώτες του δωρεές προς τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία.

Ο Απόστολος Αρσάκης συγκαταλέγεται σε αυτόυς που χαρακτηρίζονται «Εθνικοί ευεργέτες». Με δικές του δαπάνες βοήθησε στην αποπεράτωση[4] τού Μεγάρου τής οδού Πανεπιστημίου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ενώ διέθεσε μεγάλα ποσά (αρχικά 250.000 δραχμές και στη συνέχεια τρεις ακόμη αποστολές ύψους 560.000 δραχμών) για την συντήρηση του. Σήμερα το κτίριο φέρει το όνομα του "Αρσάκειο". Επίσης είχε δωρίσει σημαντικά ποσά για την ανέγερση σχολείων στη πατρίδα του και ναών. Είχε δημοσιεύσει την αρχαιολογική πραγματεία «Περί του ει εξήν ταις γυναιξί ταις δραματικαίς επιδείξεσι παρείναι».

Απεβίωσε στις 16 Ιουλίου του 1874 στο Βουκουρέστι. Τον θάνατό του πένθησε το προσωπικό του Άρσακείου ιδρύματος επί 40 ημέρες και κάθε χρόνο οι τρόφιμοι της Σχολής σε τελετή των εξετάσεων ψάλλουν τον "Αρσάκειο ύμνο".

 

Ο Μάνθος Ριζάρης (1764-1824) και ο Γεώργιος Ριζάρης (1769-1842) κατάγονταν από το Μονοδένδρι Ζαγορίου και από μικρή ηλικία έμειναν ορφανοί. Αρχικά ο Μάνθος πήγε στη Μόσχα, για να δουλέψει για ένα διάστημα σε ένα θείο τους. Στη συνέχεια ξεκίνησε δικές του επιχειρήσεις και γρήγορα έκανε περιουσία. Το 1806 πήγε κοντά του και ο αδελφός του ο Γεώργιος. Ασχολήθηκαν από κοινού με το εμπόριο και σταδιακά κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλη περιουσία.

Ο Μάνθος μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1817 και από τότε συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης με κάθε μέσο: ενίσχυσε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη με 30.000 ρούβλια και καθόλη την διάρκεια του αγώνα προσέφερε πάνω από 50.000 ρούβλια συνολικά για τους σκοπούς της Επανάστασης. Ο Μάνθος, που υπήρξε ο θεμελιωτής της περιουσίας πέθανε το 1824 στην Ρωσία.

Και τα δύο αδέλφια στήριξαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία, με την οικονομική ενίσχυση απόρων ατόμων και ορφανών και δυστυχισμένων από τις κακουχίες του πολέμου οικογενειών. Μετά τον θάνατο του Μάνθου, ο Γεώργιος, εγκαθίσταται στην Οδησσό απ’ όπου ενήργησε για την ίδρυση της "Σχολής των Ελληνικών Μαθημάτων" στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μονοδένδρι. Το σχολείο στεγάστηκε στο πατρικό τους σπίτι, στο οποίο τρόφιμοι υπήρξαν πολλά ορφανά παιδιά.

Το 1837 ο Γεώργιος εγκαθίσταται στην Αθήνα, κύριος σκοπός του ήταν να πραγματοποιήσει το όνειρο του ιδίου και του αδελφού του: να ιδρυθεί εκκλησιαστική ακαδημία στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1843 μετά τον θάνατο του Γεώργιου Ριζάρη ιδρύεται ιερατική σχολή, η οποία ονομάστηκε Ριζάριος Ιερατική Σχολή, λόγω της τεράστιας συμβολής τους, από κάθε άποψη, για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Αρχικά η σχολή βρίσκονταν κόντα στο σημερινό ξενοδοχείο Hilton, σήμερα λειτουργεί στο Χαλανδρι, ως ανώτερο εκκλησιαστικό φροντιστήριο.

Επίσης ευεργετήθηκε η ιδιαίτερη πατρίδα τους το Μονοδένδρι (και όχι μόνο), με την ίδρυση της Ριζαρείου χειροτεχνικής σχολής και συνέβαλαν επίσης στην συντήρηση του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασιού.

Τα κληροδοτήματά τους συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να προσφέρουν σημαντικό έργο.

Ο Μιχαήλ Τοσίτσας (1787 -1856),

Ήταν Μετσοβίτης. Αρχικά εργάστηκε ως μαθητευόμενος σε εργαστήριο γουναρικών, αποκομίζοντας τα πρώτα του κεφάλαια τα οποία και χρησιμοποίησε για εμπορικές δραστηριότητες. Από το 1806 ή το 1807 ανέλαβε τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης από κοινού με τους αδελφούς του Νικόλαο, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο. Η ύφεση που παρατηρήθηκε στο εμπόριο -την πρώτη δεκαπενταετία του 19ου αιώνα - λόγω του ηπειρωτικού αποκλεισμού της Γαλλίας από τους Βρετανούς, τον ανάγκασε να επεκταθεί εμπορικά προς την Αίγυπτο. Σύντομα η εμπορική επιχείρηση των αδελφών Τοσίτσα επεκτάθηκε με τη λειτουργία καταστημάτων στη Μάλτα και το Λιβόρνο, υπό τη διεύθυνση των αδελφών του. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε από το 1820 στην Αλεξάνδρεια. Επίλεκτο πλέον μέλος της ελληνικής παροικίας της πόλης, διατέλεσε πρόεδρός της, ενώ παράλληλα αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της Αιγύπτου. Διεύρυνε ακόμη περισσότερο την οικονομική και κοινωνική του εμβέλεια, αποχτώντας τεράστιες εκτάσεις βαμβακοκαλλιέργειας, καθώς και με τον διορισμό του ως γενικού επιτρόπου και διαχειριστή των γαιοκτησιών του Μεχμέτ Αλή, με τον οποίο ανάπτυξε πολύ στενές εμπορικές και φιλικές σχέσεις. Διατέλεσε πρώτος πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (1833-1853) και γενικός πρόξενος στην ίδια πόλη (1853-1854). Το 1854 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του.
       Ο Μιχαήλ Τοσίτσας αφιέρωσε πολύ μεγάλα ποσά για εθνικούς, πνευματικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας διέθεσε χρήματα για την εξαγορά Ελλήνων αιχμαλώτων και την αποστολή πολλών από αυτούς για σπουδές σε ευρωπαϊκές χώρες, φροντίζοντας επιπλέον για την μετέπειτα αποκατάστασή τους. Ακόμη ανέλαβε την εκ θεμελίων ανοικοδόμηση ενός Νοσοκομέιου, παρεθεναγωγείου, ενός Αλληλοδιδακτικού και ενός Ελληνικού σχολείου (Τοσιτζαίαι Σχολαί) στην Αλεξάνδρεια, προικοδοτώντας αυτά επιπλέον με τα αναγκαία κεφάλαια συντήρησης και πρόσληψης διδακτικού προσωπικού, αγόρασε αντί 80.000 ταλίρων οικόπεδο για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού (Ευαγγελτστρίας) στην Αλεξάνδρεια, συμμετέχοντας οικονομικά στην κατασκευή του το 1847, αγόρασε επίσης για τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας της πόλης Νεκροταφείο και ανακαίνισε το Νοσοκομείο, το οποίο είχε οικοδομηθεί προηγουμένως με δωρεά του αδελφού του Θεοδώρου. Το σύνολο του ποσού που διέθεσε ξεπέρασε το 1.000.000 δραχμές.
       Οι ευεργεσίες του όμως επεκτάθηκαν τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του όσο και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Συγκεκριμένα, κληροδότησε σημαντικό μέρος της περιουσίας του για την πολιτισμική, εκπαιδευτική και οικονομική ευμάρεια του Μετσόβου, μεγάλο ποσό στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης, δέκα χιλιάδες (10.000) τάλιρα για τον εξωραϊσμό δρόμων και πλατειών στο κέντρο της Αθήνας, εκατό χιλιάδες (100.000) γαλλικά φράγκα για το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον. Το 1840 εξάλλου προσέφερε το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) δραχμών για την ανέγερση του ιστορικού κτηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1854-1855 δώρισε στο Ίδρυμα «μούμιαν καλώς τετηρημένην», η οποία εναποτέθηκε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Με τη διαθήκη του, επιπλέον, που συντάχθηκε το 1855, δώρισε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ταλίρων. Αποδέκτες των δωρεών του τέλος, υπήρξαν και το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο, το Οφθαλμιατρείο, το Αλληλοδιδακτικό σχολείο Αθηνών, η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία (Αρσάκειο), αγόρασε και δώρησε το οικόπεδο του Αρχαιολογικού Μουσείου και διάφορα νοσοκομεία και εκκλησίες, όπως αυτή της Ευαγγελίστριας στην Καρδίτσα το 1842.,. Ανάλογη δραστηριότητα επέδειξε και η σύζυγός του Ελένη (Μέτσοβο 1795-Αθήνα 1866).

Ο Γεώργιος Σταύρου (1788-1869), υπήρξε ευεργέτης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και τραπεζίτης, με πεδίο σταδιοδρομίας εντός και εκτός του ελληνικού χώρου.

Ήταν ο γιος του Ιωάννη Σταύρου, έμπορου από τα Ιωάννινα. Τη σταδιοδρομία του την ξεκίνησε στη Βιέννη την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας την εμπορική δραστηριότητα του πατέρα του. Σε ηλικία 27 ετών έγινε μέλος της «φιλόμουσου εταιρείας» Βιέννης. Υπήρξε σημαντικός οικονομικός παράγοντας της Διασποράς, αλλά και του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η εταιρεία του αποτύπωνε στο καθολικό λογιστικό της βιβλίο το εμπόριο των συναλλαγματικών, σε συνάρτηση με το εμπόριο βαμβακιού στο βαλκανικό χώρο. Τη ροή του βαμβακιού ακολουθούσε η αντίστροφη ροή των συναλλαγματικών και των νομισμάτων. Υπολογίζοντας έτσι την αξία των συναλλαγμάτων στον υπολογισμό της τιμής του βαμβακιού στις ευρωπαϊκές χώρες.

Με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, συνέβαλε, στην κατά το δυνατόν αυτοδύναμη και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αντιλήψεις της εποχής οικονομικής συγκρότησης της χώρας. Υπήρξε ιδρυτής και πρώτος διευθυντής, επί διακυβέρνησης Καποδίστρια, της Εθνικής Τράπεζας, του πρώτου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος του Κράτους.

Στα ευεργετήματα του Γεωργίου Σταύρου περιλαμβάνεται η ίδρυση και χρηματοδότηση νοσοκομείων, γηροκομείων, οικοτροφείων στην Αθήνα και στα Γιάννενα, πριν και μετά την απελευθέρωση. Ιδιαίτερα ευεργετήθηκε η ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Ιωάννινα.

Ιωάννης Γεννάδιος  (1844 - 1932)

Ο Ιωάννης Γεννάδιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844 και ήταν γιος του Ηπειρώτη λόγιου Γεώργιου Γεννάδιου. Φοίτησε στο Αγγλικό Λύκειο της Μάλτας. Εργάστηκε ως διπλωμάτης και υπερασπίστηκε με σθένος τα ελληνικά συμφέροντα, σε όλα τα πεδία, πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό. Δώρισε την προσωπική του βιβλιοθήκη, αποτελούμενη από 26.000 τόμους σπανίων βιβλίων, το 1922, στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, η οποία ανέλαβε τη στέγαση, φύλαξη και λειτουργία της επονομαζόμενης Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Ο Ιωάννης Γεννάδιος πέθανε στο Λονδίνο το 1932.

 

 

Ο Χρηστάκης Ζωγράφος (1820-1896), καταγόταν από το Κεστοράτι της Βορείου Ηπείρου. Εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι ως τραπεζίτης. Στήριξε οικονομικά την ελληνική παιδεία με τη χρηματοδότηση και ίδρυση σχολείων (Ζωγράφεια διδασκαλεία). Συνέβαλε στην ίδρυση σχολείων αρρένων και θηλέων στην πατρίδα του στο Κεστοράτι, και στο Αργυρόκαστρο. Ο Ζωγράφος κάλυπτε επίσης σε συνεχή βάση όλα τα έξοδα διατροφής και ενδυμασίας 60 υπότροφων σπουδαστών (30 αρρένων και 30 θηλέων), επιμελών μαθητών, τέκνων φτωχών οικογενειών.

Οι γενναίες δωρεές που προσέφερε σε κάθε τομέα των γραμμάτων και των επιστημών, συνέβαλαν αποφασιστικά στη μόρφωση των υπό oθωμανικό ζυγό κυρίως ελληνικών πληθυσμών. Το Ζωγράφειο Λύκειο στην Κωνσταντινούπολη πήρε το όνομά του, λόγω αστρονομικού ποσού που πρόσφερε για την ανέγερσή του.

  Ο Γιός του Γιώργος Χριστάκης Ζωγράφου  διατέλεσε υπουργός εξωτερικών και πρώτος πρόεδρος της Αυτόνομης Βορέιου Ηπείρου.

Οι Ζωσιμάδες (ή αδελφοί Ζωσιμά) υπήρξαν έμποροι και εθνικοί ευεργέτες που κατάγονται από το χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων. Ήταν τα εξής έξι αδέλφια:

· Ιωάννης Ζωσιμάς (1752-1771)

· Αναστάσιος Ζωσιμάς (1754-1828)

· Νικόλαος Ζωσιμάς (1758-1842)

· Θεοδόσιος Ζωσιμάς (1760-1793)

· Ζώης Ζωσιμάς (1764-1828)

· Μιχαήλ Ζωσιμάς (1766-1809)

Ο Νικόλαος, ο Θεοδόσιος και ο Μιχάλης το 1785 ξεκινούν την εμπορική τους σταδιοδρομία στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ενώ ο Ιωάννης, ο Αναστάσιος, ο Ζώης στη Νίζνα της σημερινής Ουκρανίας και αργότερα στη Μόσχα. Η Νίζνα εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο εμπορικό κέντρο ευρωπαϊκών και ασιατικών προϊόντων.

Τα πρώτα χρόνια της εμπορικής τους δραστηριότητας ήταν αρκετά επίπονα, αλλά γρήγορα κατάφεραν να ορθοποδήσουν.

Με τον θάνατο του Θεοδόση, ο οποίος τους άφησε διαθήκη να ενισχύσουν τις σχολές των Ιωαννίνων, διέθεσαν αστρονομικά ποσά για την σύσταση και την λειτουργία σχολείων και δημόσιων βιβλιοθηκών. Το 1799 χρηματοδότησαν την έκδοση πολλών βιβλίων. Μεγάλο ποσό διοχετεύτηκε για την «Ελληνική Βιβλιοθήκη» του Αδαμάντιου Κοραή. Στα Ιωάννινα συνέβαλλαν με τα υπέρογκα ποσά που διέθεσαν στην ανέγερση πτωχοκομείου, ορφανοτροφείου, και σχολείου στην ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Το 1820 με το θάνατο του Ζώη χορηγήθηκε χρηματικό ποσό για την ανέγερση της Ζωσιμαίας σχολής, σχολείο που αποτέλεσε το κέντρο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή. Μάλιστα ξέρετε την παράδοση για την Ζωσιμαία σχολή - τότες υπήρχε φιρμάνι το οποίο δεν επέτρεπε την οικοδόμηση νέων σχψολείων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Ζωσιμάδες λοιπόν, για να αποφύγουν αυτόν τον κανονισμό, έχτοσαν το σχολείο τους στη Βλαχιά, και το μετέφεραν πέτρα με πέτρα στα Γιάννενα, ώστε να πουν ότι δεν πρόκειται για οικοδόμηση καινούργιας σχολής, αλλά μεταφοράς παλαιάς.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης μυούνται στην Φιλική Εταιρεία και στηρίζουν οικονομικά τον αγώνα, τόσο στην Μολδοβλαχία όσο και στον ελληνικό χώρο.

Στα ευεργετήματά τους περιλαμβάνονται και η ίδρυση Νομισματικού Μουσείου στην Αθήνα, με δωρεά της προσωπικής τους συλλογής σε αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά νομίσματα και η ανέγερση ορφανοτροφείου στην Πάτμο.

                         Ζώης Καπλάνης (1736-1806)

Ιδρυτής εκκλησιών και σχολείων στα Ιωάννινα, ο Ζώης Καπλάνης υπήρξε άλλος ένας μεγάλος εθνικός ευεργέτης. Καταγόταν από το Γραμμένο Ιωαννίνων. Εργάστηκε στο Βουκουρέστι και ασχολήθηκε με το εμπόριο στη Μόσχα, κάνοντας μεγάλη περιουσία. Διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για εθνωφελείς σκοπούς. Διέθεσε χρήματα στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας και στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Ανέλαβε τη συντήρηση της Μαρουτσαίας σχολής στα Γιάννενα, καθώς και την οικονομική ενίσχυση της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Μετά το θάνατό του, με τη διαθήκη του διέθεσε χρήματα για τους φτωχούς από το Γραμμένο και τη Τζιουντίλα (Ζωοδόχος) που ήταν το χωριό της μητέρας του, για τους φυλακισμένους των Ιωαννίνων, για το Νοσοκομείο της Νίζνας στη Ρωσία αλλά και για τις σχολές Πατμιάδα και Αθωνιάδα.

 Ο Γεώργιος Αβέρωφ (Μέτσοβο 1818 - Αλεξάνδρεια 1899) ήταν Έλληνας επιχειρηματίας και ένας από τους μεγαλύτερους εθνικούς ευεργέτες. Υπήρξε φλογερός πατριώτης, αγνός ιδεολόγος, ανθρωπιστής και οραματιστής. Πρόσφερε τόσο στο τόπο που γεννήθηκε όσο και στον τόπο που εργάσθηκε στο εξωτερικό, αλλά και γενικότερα στη πατρίδα του όσο κανένας άλλος.

Γιος του Μιχάλη και της Ευδοκίας, γεννήθηκε στο Μέτσοβο στις 15 Αυγούστου του 1818. Ήταν το στερνοπαίδι ανάμεσα στα επτά αδέλφια του - τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια. Στην αρχή ήταν βοσκόπουλο και παράλληλα μαθητής του Δημοτικού του Μετσόβου όπου και έλαβε τα στοιχειώδη γράμματα και την ιστορική αυτογνωσία του έθνους μας. Όπως τότε οι περισσότεροι νέοι πολυμελών οικογενειών έφευγαν για "να κάνουν την τύχη τους" έτσι και ο Γεώργιος πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αναστάσιος δούλευε ήδη σε εμπορική επιχείρηση του θείου του Ν. Στουρνάρα στο Κάιρο στην Αίγυπτο. Έτσι το 1840, σε ηλικία μόλις 22 ετών, έφυγε από το Μέτσοβο όπου γεννήθηκε και εγκαταστάθηκε αρχικά κοντά στον αδελφό του. Αργότερα το 1860 εγκαθίσταται στην Αλεξάνδρεια όπου και ασχολήθηκε με δική του πλέον εμπορική επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Στο εμπόριο αυτό κατάφερε να εξάγει στη Ρωσία τεράστιες ποσότητες, για την εποχή εκείνη χουρμάδων, και ακολουθώντας το τότε εμπόριο ανταλλαγής ειδών ζήτησε και εισήγαγε μεγάλη ποσότητα χρυσονημάτων (μπρισίμ). Αυτή ήταν η πρώτη του εμπορική πράξη που του επέφερε τεράστια κέρδη και τον καθιέρωσε γενικότερα. Έτυχε τότε να παντρεύεται ένας Αιγύπτιος Πασάς και σύμφωνα με τα έθιμα οι παριστάμενοι στο γάμο έπρεπε να φορούν χρυσοκέντητες στολές. Έτσι τα εισαγόμενα αυτά "χρυσονήματα του Αβέρωφ" όπως ονομάστηκαν κυριολεκτικά έγιναν ανάρπαστα σε πολλαπλάσια τιμή, τόσο από τη Βασιλική Αυλή όσο και από τους αξιωματούχους της Χώρας. Μ΄ εκείνο το κεφάλαιο που απέκτησε ο Αβέρωφ ξεκίνησε με συνεχή άλματα να δημιουργεί στη σειρά ευρύτατες επιχειρήσεις με εκπληκτικές επιτυχίες. Το 1870 αναγνωρίσθηκε ως ο μεγαλύτερος έμπορος της Αιγύπτου. Από τότε άρχισε και το μεγάλο έργο της προσφοράς του. Απέκτησε τεράστια περιουσία και βοήθησε την ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύοντας σχολεία και νοσοκομεία. Επειδή όμως η περιουσία του συνέχιζε να αυξάνεται με γεωμετρικό ρυθμό, προέβη σε πολλές φιλανθρωπικές και κοινωφελείς πράξεις και στην Ελλάδα.

Μεταξύ άλλων, χορήγησε λεφτά για την επέκταση του Πολυτεχνείου, την αναμόρφωση του Παναθηναϊκού σταδίου και τον ανδριάντα του Ρήγα και του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στον Αβέρωφ επίσης οφείλονται η ανέγερση των φυλακών Αβέρωφ (κατεδαφίστηκαν το 1971), η σχολή Ευελπίδων, η γεωργική σχολή της Λάρισας, το Ωδείο των Αθηνών κ.α. Το μεγαλύτερο ευεργέτημα του πάντως θεωρείται η δωρεά 2.500.000 χρυσών φράγκων στο Πολεμικό Ναυτικό, χρήματα με τα οποία ναυπηγήθηκε το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».

Προς το τέλος της ζωής του διετέλεσε και πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας (1895-1896). Επί των ημερών του η κοινότητα γνώρισε μεγάλη ακμή, η οποία όμως οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις μεγάλες δωρεές που έκανε ο ίδιος ο Αβέρωφ. Έχτισε εκεί το Αβερώφειο οργανοτροφείο και εκκλησίες όπως αυτή της Ευαγγελίστριας το 1885. Επίσης δεν ξεχβνούμε την οικδόμηση του δημοτικού σχολείου Αβέρωφ στο Μέτσοβο.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ πέθανε στην Αλεξάνδρεια στις 15 Ιουλίου του 1899 και κηδεύτηκε σε πάνδημο πένθος του Ελληνισμού. Η Ελληνική Κυβέρνηση (του Γ. Θεοτόκη) στις 22 Απριλίου του 1908 έστειλε το εύδρομο "ΜΙΑΟΥΛΗΣ" και μετέφερε τη σορό του στην Ελλάδα όπου με ιδιαίτερες τελετές αναπαύθηκε στο χώμα της πατρίδας του που τόσα πολλά είχε προσφέρει.

                 Ιωάννης Τρ. Δομπόλλης (1769-1850)

 Σημαντικότατη υπήρξε επίσης η συμβολή του Ιωάννη Δόμπολη, που ήταν γιος του Τριαντάφυλλου Δομπόλλη. Γεννήθηκε στη Ρωσία και ασχολήθηκε με το εμπόριο και με τραπεζικές εργασίες. Ο Καποδίστριας, με τον οποίο γνωριζόταν, τον διόρισε διαχειριστή οικονομικών και γενικό ταμεία της Ελλάδος. Η αγάπη του για την Ελλάδα και τα γράμματα τον παρακίνησε να διαθέσει όλη του την περιουσία για την ίδρυση Πανεπιστημίου στην Αθήνα με την επωνυμία Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον της Ελλάδος.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΜΩΝ ΣΙΝΑΣ
Κλείνουμε την αναφορά μας στους Βορειοηπειρώτες ευεργέτες, με τους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες Γεώργιο και Σίμωνα Σίνα. Η Μοσχόπολις ήταν η πατρίδα τους. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η πόλη αυτή ήταν μια απ’ τις πιο σημαντικές και περίφημες πόλεις της Β. Ηπείρου, κοντά στην Κορυτσά.
Γρήγορα όμως η φημισμένη και πλούσια Μοσχόπολη τράβηξε τις αρπακτικές διαθέσεις των Τουρκαλβανών, οι οποίοι με το πρόσχημα ότι οι Μοσχοπολίτες ευνόησαν την επανάσταση του Ορλώφ, ρίχτηκαν στη λεηλασία και στην καταστροφή. Έτσι μέσα σε λίγες ημέρες, το Μάϊο του 1769, η άλλοτε ευτυχισμένη Μοσχόπολη είχε τελείως ερημωθεί, οι εκκλησιές είχαν καταστραφεί, τα σχολεία είχαν διαλυθεί, τα εμπορικά είχαν εξαφανισθεί, και οι κάτοικοι είχαν διασκορπιστεί. Τότε πυρπολήθηκε και η ονομαστή της Ακαδημία, από την οποίαν είχαν βγει σοφοί άνδρες και περίφημοι κληρικοί.
Ανάμεσα στους άλλους πρόσφυγες, που ξέφυγαν το χατζάρι του Τουρκαλβανού ήταν και ο υιός του παπά – Σίνα, ο Σίμων. Το 1783, γεννήθηκε ο υιός του, ο Γεώργιος. Το όνομά του θα μείνει για πάντα σεβαστό στην ελληνική ιστορία, γιατί υπήρξε ο πατέρας του ιδρυτού του Αστεροσκοπείου και ο παππούς του δωρητού της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Γεώργιος Σ. Σίνας φάνηκε αντάξιος υιός ενός ακατάβλητου πατέρα. Πενήντα ολόκληρα χρόνια εξέπληξε με την δραστηριότητά του τον εμπορικό κόσμο της Αυστρίας. Δεν υπάρχει εμπορικό ή βιομηχανικό έργο της Αυστρίας, που να μην αναγνωρίζει σαν πρώτο ιδρυτή ή έστω ένα από τους πρώτους θεμελιωτές του τον Γεώργιο Σίνα. Ο Σίνας ιδρύει εταιρείες και φτιάχνει τον πρώτο σιδηρόδρομο.
Ίδρυσε ατμοπλοϊκή εταιρεία κι άρχισε να μεταφέρει τα βιομηχανικά εμπορεύματα της Αυστρίας στην Ανατολή και να παίρνει από εκεί τα μυθώδη της πλούτη. Ο Γ. Σίνας ούτε στιγμή δεν έπαυσε να φροντίζει για την αγαπημένη του Πατρίδα.
Το 1840 λοιπόν ο Γεώργιος Σίνας, γράφει στην ελληνική Κυβέρνηση, ότι θέλει να ιδρύσει ένα Αστεροσκοπείο και ζητάει να του υποδείξουν τον πιο κατάλληλο χώρο. Και στις 25 Ιουλίου 1842, τίθεται σ’ επίσημη τελετή ο θεμέλιος λίθος στο μέρος, όπου κατά τον 5ον π.Χ. αιώνα έκανε τις αστρονομικές του παρατηρήσεις, ο περίφημος Έλλην αστρονόμος Μέτων ο Αθηναίος.
Στη Βιέννη, στο μέγαρο των Σίνα, πρωτοείδε το φως της ζωής στις 15 Αυγούστου 1810 ο υιός του Γεωργίου Σίνα, ο Σίμων. Μαθαίνει την ελληνική, τη γερμανική, τη γαλλική, την αγγλική και την ιταλική γλώσσα. Οι σπάνιες ικανότητές του, η πλατειά του μόρφωση και η γλωσσομάθειά του, τον αναδεικνύουν πολύ γρήγορα μια σπάνια εμπορική μεγαλοφυΐα.
Το ενδιαφέρον του Βαρώνου Σίνα για την καλλιέργεια της επιστήμης, την ενθουσιώδη του αγάπη προς τη γενέτειρα Ελλάδα και το μεγαλείο της γενναίας του ψυχής, μαρτυρεί το επιστέγασμα των άλλων του δωρεών: η Σιναία Ακαδημία…. Στις 2 Αυγούστου του 1859 τίθεται ο θεμέλιος λίθος της Ακαδημίας. Έχτισε επίσης την μητρόπολη των Αθηνών, τον Άγιο Νικόλαο Σύρου, γέφυρα και διώρυγα πάνω από το Δούναβη στη Βουδαπέστη, το Μέγαρο Μουσικής στη Βιέννη, και τον Ναό της Αγίος Τριάδος στη Βιέννη.
O Σίμων Σίνας πέθανε το πρωΐ της 15ης Απριλίου 1876 σε ηλικία 66 χρόνων.
Από τους νεώτερους ευεργέτες, ας μηνμονεύσουμε τον  Παναγιώτη Θ. Αγγελόπουλο που υπήρξε μεγάλη φυσιογνωμία της οικονομικής ζωής και της βιομηχανίας στην Ελλάδα, ιδιαίτερα τα μεταπολεμικά χρόνια. Γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1909 στο χωριό Βλαχοράπτη της Γορτυνίας. Το 1920 έφυγε με την οικογένειά του για την Αθήνα όπου εργάστηκε σκληρά σαν ιδιωτικός υπάλληλος. Στη συνέχεια μαζί με τον πατέρα του και τα αδέλφια του δημιούργησε τις εταιρίες “Ελληνικά Συρματουργεία” και “Βιομηχανία Ξυλου”. Μετά τον πόλεμο του 1940 και τον τερματισμό της εμφύλιας σύγκρουσης συμμετείχε στη δημιουργία της “Χαλυβουργική Α.Ε.”.

Το 1942 παντρεύτηκε την Ελένη Μάρκου και απέκτησε δύο γιους, το Θεόδωρο και τον Κωνσταντίνο. Παρ' όλη τη οικονομική του ευρωστία, ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος παρέμεινε στη ζωή του απλός και δεν αλλοίωσε στο ελάχιστο το χαρακτήρα του από αυτά που απόκτησε. Δεν εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη, όπως άλλα μέλη της οικογένειάς του και προτίμησε να διαμένει στο Χαλάνδρι στο σπίτι που απόκτησε από τη γυναίκα του.. Ο Π. Αγγελόπουλος συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγάλων ευργετών της Αρκαδίας. Το κοινωφελές έργο του είναι τεράστιο. Αναπαλαίωσε το πατρικό σπίτι του Γρηγορίου Ε΄στην ιστορική Δημητσάνα. Ανοικοδόμησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων στο Λυμποβίσι, ανέγειρε το Μέγαρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, το 1974 δώρισε στο νοσοκομείο “Αγιος Σάββας” το τελειότατο ακτινοθεραπευτικό μηχάνημα, κατασκεύασε τον ορθόδοζο ναό Αγίου Δημητρίου στη Ζυρίχη, χρηματοδότησε γενναία το ερευνητικό πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών κ.α. Επίσης πλούσια ήταν η συνεισφορά του προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Βλαχορράφτη, αφού χρηματοδότησε πολλά κοινοφελή έργα για την αναζωογόννηση της φτωχής ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το 1991 μαζί με σαράντα βουλευτές όλου του πολιτικού φάσματος μεταβαίνει στα Πατριαρχεία της Ανατολής και συντελεί στην περίφημη συνάντηση στο Φανάρι των προκαθήμενων όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ο Πατριάρχης για να τον τιμήσει τον ανακήρυξε Μέγαλο Λογοθέτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το Μάιο του 1998 έλαβε από τον τότε Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη βραβείο του ΕΒΕΑ για την επιχειρηματική του δυνατότητα και προσφορά. Πέθανε το 2001.

 

Το θέμα ευεργεσία έχει δύο-κύριες πλευρές. Η μία είναι να κατανοηθεί η συμπεριφορά των ευεργετών, με βάση το οικονoμικό και κοινωνικό τους status κατά τη στιγμή της ευεργεσίας. Η δεύτερη είναι να μελετηθεί η κοινωνική υποδοχή των ευεργεσιών. Ο ενικός αριθμός στην διατύπωση, δεν πρέπει να μας παραπλανά και να αναμένουμε ενιαία, ομοιόμορφη κοινωνική υποδοχή  - αλλιώς θα αντιδράσει το κράτος, αλλιώς ο τύπος, διαφορετικά οι παριστάμενοι σε εγκαίνια έργου ευεργεσίας, αλλιώς ο εργαζόμενος στις επιχειρήσεις του ευεργέτη και διαφορετικά οι συντοπίτες του. Άλλωστε, η κοινωνική υποδοχή, είναι αναγκαίο να εξετάζεται σε τρία επίπεδα: το πρώτο είναι η κοινωνική υποδοχή της ευεργεσίας από τους εκάστοτε συγκαιρινούς της, το δεύτερο είναι η αντίληψη που διαμορφώνεται σωρευτικά για' αυτήν, στην πάροδο του χρόνου και το τρίτο, που αποτελεί ασφαλώς μέρος του δεύτερου επιπέδου, είναι ο τρόπος που αποτιμάται η ευεργεσία μέσα στα γραπτά κείμενα, καθώς ο γραπτός λόγος είναι αυτός που διαμορφώνει τις υποτιθέμενες πηγές και συνεπώς, συμβάλλει καίρια στην αναπαραγωγική αποτίμηση των ευεργετικών πράξεων.

Πάντως, διαπιστώνουμε ότι ιδίως στην εποχή που εξετάζουμε:

(α) η ευεργεσία (ατομική και συλλογική) ενισχύει σε πολύ σημαντικό βαθμό την κρατική φιλανθρωπία, αλλά και κατασταλτική δραστηριότητα (φυλακές),

(b) η ευεργεσία κατευθύνεται πλέον απρόσωπα προς κοινωνικές ομάδες που θεωρείται ότι βρίσκονται σε αδύναμη θέση και ότι συνεπώς, αφενός εγκαταλείπεται η «προσωπική» ευεργεσία, αφετέρου αυξάνονται τα Ιδρύματα που έχουν ως σκοπό τους την κατάλληλη οργάνωση, αποδοτικότητα και κατανομή των «ευεργετικών» πόρων. Με βάση αυτή την τροπή ευεργεσίας, διαπιστώνουμε πώς αρχίζει αυτή να αποβλέπει έντονα, στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, στην έμμεση ενίσχυση των δεσμών συνοχής της αστικής κοινωνίας, στην πολιτισμική ενσωμάτωση του διαφορετικού και δυνητικά «επικίνδυνου» ακόμη και στην ηθικοποίηση των αναξιοπαθούντων, - δρα δηλαδή ως μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικο-πολιτικής συμμόρφωσης.)

Παρά την αλλαγή αυτή, πρέπει να επισημάνουμε ότι ένα στοιχείο της ευεργεσίας, διαμορφωμένο από την οθωνική περίοδο ακόμη, δεν επηρεάστηκε. Και αυτό ήταν ότι η Εκπαίδευση παρέμεινε ο βασικός προορισμός του ευεργετικού χρήματος. Όμως, το ευεργετικό χρήμα κατευθύνεται προς ιδρύματα και θεσμούς που - σύμφωνα με την πεποίθηση των διαθετών- θα συνέβαλαν στην μείωση της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα στην προηγμένη Ευρώπη και Ελλάδα.

Θα πρέπει όμως να αναρωτηθούμε: ποιος κατηύθυνε τις ευεργεσίες; Οι ευεργέτες; οι πολιτικοί που έκαναν τον κρατικό προγραμματισμό, άλλα πρόσωπα που δρούσαν διαμεσολαβητικά μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα;

Κατά την οθωνική περίοδο, η ευεργεσία γινόταν με απόλυτη εμπιστοσύνη του διαθέτη στα άτομα που τον προσέγγιζαν και τον έπειθαν να διαθέσει τα χρήματά του. Κατά την πρώτη εκείνη τριακονταετία του ελληνικού κράτους, το επιχείρημα ότι το κράτος έχει οικονομικές ανάγκες αποτελούσε επαρκή βάση του αιτήματος να διατεθεί ευεργετικό χρήμα προς το κράτος. Και πάντως, η βούληση του διαθέτη των χρημάτων ήταν «διαπραγματεύσιμη» και υπήρχε ευκολία να προσαρμοστεί στις κρατικές προτεραιότητες (πχ τη χρήση του κληροδοτήματος του Ευάγγελου Ζάππα για την ίδρυση της έκθεσης βιομηχανικών προϊόντων.) Τα πράγματα όμως, καθώς βαίνουμε προς το τέλος του 19ου και τις αρχές του εικοστού αιώνα αλλάζουν. Οι ευεργέτες προβάλλουν πλέον ισχυρές βουλήσεις, αλληλοεπηρεάζονται με τους κρατικούς αξιωματούχους και τις κρατικές πολιτικές, ενίοτε - και σε σύμπραξη με λόγιους και λοιπούς κοινωνικά επιφανείς Έλληνες - επιζητούν να διαμορφώσουν νέες κοινωνικές συνθήκες στο κράτος και τέλος, διαπιστώνεται ότι «επενδύουν» στο συμβολικό κεφάλαιο της ευεργεσίας, αποβλέποντας σε παράλληλα οφέλη και αποφεύγοντας παράπλευρες απώλειες από το οικονομικό τους προφίλ - η ευεργεσία εδώ ώς παρακολούθημα των επιχειρηματικών σχεδίων.

Συνεπώς, επιχειρώντας μία ανατίμηση των έργων των ευεργετών, θα πρέπει να επισημάνουμε δύο ιδιαιτερότητες στην σωστή προσέγγιση. Η πρώτη θα πρέπει να έγκειται στο γεγονός ότι το φαινόμενο του ευεργετισμού αντιμετωπίζεται ως «έμπρακτη ιδεολογία.» Δεν πρόκειται μάλλον για ένα σύστημα ιδεών σε αναφορά προς το οποίο ερμηνεύουμε το παρελθόν, διαχειριζόμαστε το παρόν και σχεδιάζουμε το μέλλον, αλλά για μια εσωτερικευμένη και εφαρμοσμένη ταυτόχρονα ιδεολογία με συμβολικές και πρακτικές διαστάσεις, η   οποία εξαιτίας ειδικών ιστορικών λόγων, αναπτύσσεται από τους απόδημους έλληνες. Πρέπει να γίνει λοιπόν λόγος για την κομβικότητα που έχουν στη δόμηση του ευεργετισμού αφενός η παραδοσιακή κουλτούρα της τιμής και της υπόληψης σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες στρατηγικές διάκρισης και αφετέρου η μέριμνα για τη διασφάλιση της προσωπικής υστεροφημίας. Η δεύτερη αναγκαία ιδιαιτερότητα στην προσέγγιση συνιστάται την μελέτη του ευεργετισμού, συγκεράζοντας την παραδοσιακή μέδοθο της βιογράφησης του εξαιρετικού ατόμου με την ανάδειξη του σύνθετου ρόλου των εθνικοτοπικών αδελφοτήτων στο πλαίσιο των κοινοτήτων και των παροικιών και ειδικότερα με τις λειτουργίες που επιτελούσε η ελληνική μεγαλοαστική τάξη της Διασποράς. Ο μεθοδολογικός αυτός συγκερασμός είναι επιβεβλημένος και αποδεικνύεται αποτελεσματικός, δεδομένου ότι επιτρέπει την κατανόηση της πρωταρχικότητας του ρόλου των εθνικοτοπικών αδελφοτήτων και κοινοτήτων, τα κυριότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οποίων ήταν η δόμηση δεσμών συνοχής και αλληλεγγύης, η ταξική ιεραρχία των μελών, όπως επίσης η ύπαρξη μηχανισμών "εσωτερικής κοινωνικής αλλά και προσωπικής διαφοροποίησης που κατέστησαν δυνατή την ανάδυση της ιδεολογίας και της κοινωνικής πρακτικής του ευεργετισμού.

Γιαυτό ήθελα να κλείσω με την δική μας προσφορά, στα χνάρια των προγόνων μας.

·        Το 1991, το ποσόν των $45,440.00 στάλθηκε από την Ομοσπονδία στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανό, για τις ανάγκες των ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.

·        Την ίδια χρονιά έγινε δωρεά της Ομοσπονδίας των $500 για την «Ομόνοια.»

·         Ως μέλος του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού, μετά από εισήγηση της Ομοσπονδίας στο ΣΑΕ Ωκεανίας το 1999, εγκρίθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του ΣΑΕ η εκτέλεση των κατωτέρω έργων υποδομής σε περιοχές της Βορείου Ηπείρου:

* Σύστημα άρδευσης στην Πεδιάδα Δρόπολης.

* Κατασκευή Γέφυρας στην Κοσσοβίτσα.

* Κλινική στους Αγίους Σαράντα

*Σχολική Μονάδα στην Χειμάρρα.

* Φοιτητική Εστία στο Αργυρόκαστρο.

* Ιατρικό Κέντρο στην Λειβαδιά.

·        Το 1996, ο Πασχαλινός Έρανος που διεξήγαγε η Ομοσπονδία απέφερε το ποσό των $95,000 από το οποίο $22,000 δωρίστηκε για την επισκευή του εικονοστασίου στον Ιερό Ναό «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» στην Δερβιτσιάνη και τα υπόλοιπο παραδόθηκε στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιο για την επισκευή άλλων ιερών ναών στη χώρα.

 ·        Το 1997, ο έρανος της Ομοσπονδίας απέφερε το ποσόν των $154,000. Το ποσόν αυτό παραδόθηκε δια μέσου του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο κ. Αναστάσιο για την κατασκευή του Ι.Ε.Κ «Πνοή Αγάπης» στο Αργυρόκαστρο.

Τέλος ήθελα να αναφερθώ στον μεγάλο ευεργέτη της παροικίας της Μελβούρνης, τον πρώην πρόεδρό μας Σπύρο Σταμούλη, από τη Δερβιτσιάνη της Βορείου Ηπείρου ο οποίος μας χάρησε το 3ΧΥ και το Ελληνικό Μουσείο. Αφιερώνουμε σε αυτόν την διάλεξη αυτή.

 

3)      Εν ετει 2012 υπάρχουν ευεργέτες; (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) 

 

Φανταστείτε την Αθήνα χωρίς το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, την Ακαδημία Αθηνών, το Ζάππειο ή το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ναι, είναι αδύνατον... Ολα αυτά τα εμβληματικά κτίρια είναι δωρεές. Εγιναν με χρήματα που έδωσαν ο Αβέρωφ, ο Τοσίτσας, ο Στουρνάρης, ο Ζάππας, ο Μπενάκης και πολλοί άλλοι.

Το φαινόμενο της ευεργεσίας είναι κατ' εξοχήν ελληνικό. Ετσι τουλάχιστον έχουν ισχυριστεί ιστορικοί όπως ο Πολ Βεν που ανιχνεύει τις ρίζες του ευεργετισμού στην ελληνιστική περίοδο. Ευεργέτες στήριξαν το έθνος όταν έβγαινε μπαρουτοκαπνισμένο από την επανάσταση του '21, έχτισαν σχολεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, όπλισαν το κράτος -θωρηκτό Αβέρωφ- σε κρίσιμες στιγμές. Με δικά τους χρήματα αναβίωσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, τρία χρόνια μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη. Και, ίσως, σ' αυτό το σημείο, πρέπει να κάνουμε μια πρώτη σκέψη ακολουθώντας την αντίστροφη διαδρομή: από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 αρκετοί ιδιώτες πλούτισαν και λίγα χρόνια αργότερα το κράτος πτώχευσε.

Εν έτει 2012, με την Ελλάδα σε κρίσιμη καμπή, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, σε τελείως διαφορετικό γεωπολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον από τα τέλη του 19ου αιώνα λ. χ., μπορούμε να μιλάμε για εθνικούς ευεργέτες; Υπάρχουν; Και αν ναι, πώς παρεμβαίνουν στον δημόσιο βίο;

Ο κοινωνιολόγος Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει αναφερθεί σε ιστορικά πρόσωπα που μπόρεσαν παρά τις πικρίες και τις αντιφάσεις τους να γίνουν για τη χώρα τους Δότες. Στο πρόσφατο βιβλίο του «Διχασμός και εξιλέωση. Περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων», παραθέτει παραδείγματα ανθρώπων που έκαναν την υπέρβαση ενάντια σε έναν συχνά αυτοκαταστροφικό λαό, που όπως εύστοχα σημειώνει «ήταν και είναι ακόμη δεμένος πάνω στο άρμα της επιβίωσης και της φιλοκερδίας» Σήμερα, εκφράζει έναν προβληματισμό: «Τη χώρα την ενδιαφέρει να ξέρει αν υπάρχουν ακόμη κάποια διαφορετικά άτομα που δεν συγχέουν το μεγαλείο ενός μαικήνα με το image ενός μεγαλόσχημου».

Για την ιστορικό Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, διευθύντρια ερευνών στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, «το πιο ακανθώδες και πολύπλοκο ζήτημα είναι η διαχείριση των εθνικών κληροδοτημάτων του παρελθόντος». Συζητήσαμε μαζί της λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για το Τορόντο όπου στο πλαίσιο ενός συνεδρίου που διοργανώνει ο καθηγητής ιστορίας Σάκης Γκέκας, με θέμα «Το ελληνικό κράτος και η οικονομία από τον 19ο αιώνα στην εποχή της παγκόσμιας κρίσης», θα μιλήσει στους ομογενείς για τη δημόσια εικόνα των επιχειρηματιών μέσα από την ευεργεσία, από τους Ζωσιμάδες μέχρι σήμερα. «Χoρηγία, ευεργεσία, φιλανθρωπία είναι τρεις έννοιες που αποκτούν διαφορετική σημασία μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα που τις δημιούργησαν», εξηγεί η κ. Χατζηιωάννου. «Η προσφορά υλικής βοήθειας προς όφελος ατόμων, εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ή θεσμών του κράτους, αποτέλεσε πράξη ιδιωτικής παρέμβασης στον δημόσιο βίο. Στη νεότερη ελληνική ιστορία (18ος-20ός αιώνας) διακρίνουμε τις ακόλουθες κατηγορίες: εθνική ευεργεσία, κοινωνική φιλανθρωπία, και ιδιωτικές δωρεές και χορηγίες στον τομέα του πολιτισμού, της παιδείας και έρευνας, καθώς και της υγείας. Σήμερα, κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα δέχονται χορηγίες η τέχνη και η υγεία, κανείς δεν φτιάχνει πια σχολεία».

«Δεν εξιδανικεύω τους ευεργέτες του παρελθόντος ούτε του παρόντος», μας λέει ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Η ευεργεσία ήταν ένα είδος συσσώρευσης κοινωνικού κεφαλαίου χωρίς το οποίο δεν μπορούσε κάποιος να κάνει επιχειρήσεις ή πολιτική. Δεν γινόταν για την αγάπη της πατρίδας».

«Οι Αβέρωφ της Αιγύπτου λ. χ. είχαν το διακομιστικό έργο των στρατευμάτων του Ιμπραήμ όταν εκείνος επενέβη στην Πελοπόννησο. Και εν συνεχεία, έκαναν μεγάλες δωρεές. Θέλω να πω ότι είναι λάθος να βλέπουμε τους ευεργέτες με αυτήν την παλιά ρομαντική άποψη. Σήμερα, έχοντας διαβάσει Πιερ Μπουρντιέ και πολλούς άλλους στον 20ό αιώνα βλέπουμε περισσότερο αναλυτικά την στρατηγική της ευεργεσίας ως στρατηγική συσσώρευσης κοινωνικού κεφαλαίου, ως μέσο πρόσβασης σε μια χώρα, στην πολιτική της αλλά και στο φαντασιακό της ακόμη. Υπό αυτήν την έννοια, υπάρχουν και σήμερα ευεργέτες, γνωστά ιδρύματα».

Κι εδώ υπάρχει και μια βασική διαφορά σε σχέση με τους ευεργέτες του παρελθόντος σύμφωνα με τον Αντώνη Λιάκο: «Παλιά οι ευεργέτες είτε έχτιζαν κτίρια, είτε σχολεία, είτε αγόραζαν οπλικά συστήματα όπως το θωρηκτό Αβέρωφ. Τώρα η διαφορά είναι ότι δεν αγοράζουν οπλικά συστήματα αλλά και τείνουν περισσότερο στο να συγκροτήσουν κληροδοτήματα τα οποία διαχειρίζονται οι ίδιοι, σε σχέση με το παρελθόν που σε κάποιο βαθμό έβαζαν συνέταιρο και το κράτος. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και ευεργέτες που λένε ότι για να φτιάξουμε εμείς αυτό το έργο θα βάλουμε κάποια ευεργεσία αλλά θέλουμε να βάλει και το κράτος τα 3/4. Ετσι, γίνεται κατά κάποιο τρόπο ένα είδος PSI της ευεργεσίας».

Η κ. Χατζηιωάννου υπογραμμίζει και άλλη μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρο. «Εχει διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός, δεν υπάρχει η έννοια της τοπικής πατρίδας αλλά και η έννοια του Σωτήρα. Το άτομο αντιλαμβάνεται διαφορετικά τη θέση του στην κοινωνία. Η ευεργεσία έδινε ταυτότητα στον απόδημο ελληνισμό. Ηταν η γέφυρά του».

Σ' αυτό το σημείο συμφωνεί με τον δικό του τρόπο και ο Αντώνης Λιάκος. «Εχει εξαφανιστεί η έννοια της παλιάς ομογένειας. Η νέου τύπου ομογένεια, δεν είναι η διασπορά εκείνη του 19ου αιώνα από τη Νότια Ρωσία ώς την Αίγυπτο. Τώρα, ναι μεν υπάρχει ένας οικουμενικός ελληνισμός αλλά έχει πάρα πολύ χαλαρές σχέσεις με το εθνικό κέντρο. Ο Τσακόπουλος π. χ. (Ελληνοαμερικανός μεγιστάνας) επενδύει στις ΗΠΑ δεν επενδύει στην Ελλάδα, γιατί το συμβολικό κεφάλαιο που κερδίζει είναι μέσα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι μια στρατηγική με λίγα λόγια. Η αυταπάρνηση ήταν ο ρομαντικός μύθος...».

Δωρεά που θυμίζει παλιά ευεργεσία

Η σημασία ενός εθνικού συμβολικού κεφαλαίου είναι μεγάλη. Σ' αυτό συμφωνούν και οι τρεις συνομιλητές μας. «Η Τριλογία των Αθηνών» λ.χ., «είναι το πιο φορτισμένο ιστορικά μέρος του ελληνικού χώρου μετά την Ακρόπολη. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Συχνά παίρνω τους μαθητές μου και τους κάνω επί τόπου μάθημα, για το πώς συγκροτείται το εθνικό συμβολικό», μας εξομολογείται ο Αντώνης Λιάκος. Ως τέτοια κίνηση, συμβολικού κεφαλαίου, πρέπει να ερμηνεύεται και η δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχου που έχει αναλάβει όλα τα έξοδα (566 εκατ. ευρώ) για τις νέες εγκαταστάσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Φαληρικό Δέλτα. Μια δωρεά που θυμίζει τις παλιές ευεργεσίες, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις τελειώσουν τα έργα, το Ιδρυμα θα παραδώσει τα κλειδιά και τη διαχείριση, στο κράτος.

Επίσης, όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγες μέρες, το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, προσφέρει το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ για να χρηματοδοτηθούν δράσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής φροντίδας για την άμεση ανακούφιση των ευπαθών ομάδων (νεοάστεγοι, νεόπτωχοι, άνεργοι κ. λπ.) αλλά και στην εκπαίδευση των νεότερων γενεών, ως πρόληψη και επένδυση στο μέλλον της Ελλάδας. Η δωρεά θα εκταμιευθεί εντός μιας τριετίας και θα διοχετευθεί σε Μη Κερδοσκοπικούς Οργανισμούς για συγκεκριμένα έργα, με αυστηρά κριτήρια και συνεχή επιτήρηση.

 

4)    Ομογενείς Εθνικοί Ευεργέτες του 19ου αιώνα

Ξεφυλλίζοντας στην Παπαχαραλάμπειο βιβλιοθήκη της Ναυπάκτου την ημερήσια αθηναϊκή εφημερίδα Ώρα, η οποία εξεδίδετο από 10.11.1875 μέχρι 9.11.1889, προσκείμενη στον  Χαρίλαο Τρικούπη, ανακαλύπτω έναν ελληνισμό απλωμένο σ’ όλα τα σημεία  της υφηλίου, ακμαίο και σφριγηλό, εξωστρεφή και αγωνιστικό, δημιουργικό  και αξιοθαύμαστο, με το βλέμμα όμως και το μυαλό στραμμένα στο μικρό  βασίλειο της Ελλάδος, τόσο που ένας Γάλλος περιηγητής του 19ου αιώνα, όπως σημειώνει η καθηγήτρια Βασιλική Θεοδώρου, παρατηρούσε: «Η Ελλάδα  έχει δύο ταμεία: ένα για να συλλέγει τους φόρους οι οποίοι επιβάλλονται  από τους νόμους στους κατοίκους του Βασιλείου και ένα για να συλλέγει  τις ειδικές εισφορές που επιβάλλονται, όχι από τον νόμο, αλλά από το  πατριωτικό αίσθημα στην περιουσία πολλών Ελλήνων, οι οποίοι κατοικούν  εκτός Ελλάδος».

Οι Έλληνες της διασποράς και οι ευεργέτες του 19ου αιώνα αλλά και του 20ού, αυτοί οι υπέροχοι Έλληνες, υπήρξαν ένα μοναδικό φαινόμενο στην  παγκόσμια Ιστορία.. Στις «Ειδήσεις» όμως της Ώρας παραλείπονται οι μεγάλοι και πασίγνωστοι  ευεργέτες, όπως ο μετσοβίτης βλάχος Γ. Αβέρωφ από τον οποίον, όπως  γράφει ο Στρατής Τσίρκας, και από την απίστευτη γενναιοδωρία του, εμπνεύστηκε ο Κ. Καβάφης τις αθάνατες «Θερμοπύλες» του ή ο επίσης βλάχος Νικόλαος Δούμπας, ο οποίος κυριάρχησε στην πολιτιστική ζωή της  αυτοκρατορικής Βιέννης, στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, και δεκάδες  άλλοι ηπειρώτες, βλάχοι, χιώτες, κεφαλλονίτες, ανδρειώτες, μακεδόνες, σμυρνιοί, θεσσαλοί και ρουμελιώτες. Θα παραθέσω λοιπόν «Ειδήσεις» της  Ώρας, από τις οποίες αναδεικνύεται ένας ελληνισμός ο οποίος έχει  κερδίσει, σε παγκόσμιο επίπεδο, κύρος, υπόληψη, τιμή και αξιοπιστία.

Οι υπέροχοι αυτοί Έλληνες της διασποράς, μακριά από την κρατική υπόσταση του ελλαδικού χώρου, μακριά από την βαλκανική σκόνη της Αθήνας, αναδεικνύουν σε ύψιστο βαθμό τις διαχρονικές αρετές του Έλληνα. Εμπορικό δαιμόνιο, αγωνιστικότητα, εξωστρέφεια, επιχειρηματικότητα, εργασιακό  ήθος αλλά και λιτότητα, αποφυγή επίδειξης, απεριόριστη αλληλεγγύη προς  την πατρίδα, τόσο που, το 1867, ο Γάλλος Εδμόνδος Αμπού έγραφε για τον  αιγυπτιώτη ελληνισμό, «αυτός ο μικρός καταπληκτικός λαός, που εργάζεται  και πετυχαίνει παντού, εκτός από την πατρίδα του». Ύστερα ήρθαν οι χρόνοι της μεταπολίτευσης, που από την μέθη της  αισιοδοξίας κατρακύλησαν στην πιο μαύρη απογοήτευση.

Οι άσωτοι, λοιπόν, καιροί της μεταπολίτευσης εξαφάνισαν ολοσχερώς τις αρετές αυτές και  ανέδειξαν τη χώρα πρωταθλήτρια, σε διεθνές επίπεδο, σε αναξιοπιστία και  ανυποληψία. Έτσι, όλες αυτές τις δεκαετίες, ένα κακό, μια γάγγραινα φθείρει και  καταστρέφει τη χώρα. Η κουλτούρα της μεταπολίτευση, υπήρξε ολέθρια για  τον λαό. Διέλυσε το κράτος και αποδόμησε αρχές και αξίες και εξετόπισε  πλήρως την αίσθηση του καθήκοντος, λοιδωρήθηκε ακόμα και ο πατριωτισμός  και απαξιώθηκε η ιδιωτική πρωτοβουλία, ο νόμος και η τάξη. Παραφράζοντας τον Μαρξ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ελληνική ιστορία  δεν γνώρισε άλλη περίοδο, τόσο μίζερη, μικρόψυχη, θλιβερή, με τόσο  ταπεινές βλέψεις όσο αυτή της μεταπολίτευσης.

Έτσι, η κοινοβουλευτική  ζωή βουτήχτηκε στην μετριότητα και ιδιοτέλεια χωρίς καμιά δυναμική πνοή, καμιά τολμηρή ιδέα, κανένα εξαιρετικό παράστημα. Τα σλόγκαν και τα  συνθήματα αντικατέστησαν την πολιτική. Kυριάρχησαν πομπώδεις πομφόλυγες  του στυλ «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα», «επανίδρυση του κράτους», «τιμημένα νιάτα και περήφανα γηρατειά». Την κύρια και προέχουσα ευθύνη την φέρνουν άφρονες, φαύλοι και ανεύθυνοι πολιτικοί, οι οποίοι επικράτησαν με βαρύγδουπα συνθήματα, καλλιέργησαν  μύθους και ιδεοληψίες και επένδυσαν μέχρι υστερίας στον λαϊκισμό.

Έτσι  εμπεδώθηκε ένα καθεστώς βαθειάς ανομίας και πλήρους παρακμής, μακριά από τον ορθό λόγο και την κοινή λογική, αλλά και από την πολύτιμη ορθόδοξη  παράδοση, η οποία τόσο συνέβαλε στην ανάδειξη των υπέροχων Ελλήνων της  διασποράς. Η μεταπολίτευση επεδίωξε μια πλαστή και εφήμερη ευημερία και υποθήκευσε ­–χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ– το μέλλον της χώρας. Μήπως  λοιπόν έφτασε η εποχή της πτώσης της Τροίας;Τα πικρά μηνύματα του  Αλεξανδρινού φαντάζουν επίκαιρα.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία.

Επάνω Στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν, κ αισθήματα.

Πικρά για μας ο Πρίαμος και η Εκάβη κλαίνε

Ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι αυτός που μας κατευθύνουν οι  Έλληνες εργάτες της Αλεξάνδρειας του 1876, οι οποίοι, το περίσσευμα των  μόχθων τους δεν το επένδυσαν σε «ταξικούς αγώνες» αλλά για τις ανάγκες  της αγαπημένης τους πατρίδας, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς, όπως  γράφει ο μεγάλος συμπολίτης τους ποιητής: Έτσι μικρός από την πατρίδα έφυγε Που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.

Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα Σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις, Σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα Ελληνικών πόλεων και λιμένων Μπορεί λοιπόν «να γίνη πάλι κράτος δυνατό η Συρία;» Μπορεί, αρκεί να  θυμόμαστε τους Έλληνες εργάτες της Αλεξάνδρειας του 1876 και αρκεί να  εκπληρώσουμε την κρυφή και μεγάλη ελπίδα του θρυλικού ηπειρώτη και  κορυφαίου ιεροφάντη του ελληνισμού, Γεωργίου Αβέρωφ. «Με καλείτε», έλεγε, «να έλθω στην Ελλάδα. Θα προτιμούσα μάλλον να διορθώνατε μερικά  πράγματα. Πρέπει να σταθεροποιήσετε πρώτα την οικονομία σας. Πρέπει να  οργανώσετε τον κρατικό σας μηχανισμό. Προβείτε στις μεταρρυθμίσεις αυτές και τότε, ίσως, με τη βοήθεια του Θεού, το πόδι μου να πατήση την πόλη  αυτή, που αποτελεί το μοναδικό και ανεκπλήρωτο όνειρο της ζωής μου».

Οι  Έλληνες του οφείλουν την πραγματοποίηση αυτών των προϋποθέσεων, για να «έλθη» στην πόλη των ονείρων του. Ακολουθούν οι «Ειδήσεις» της Ώρας: Ώρα, 2.6.1876: Αι ιταλικαί εφημερίδες πολλά πλέκουσιν εγκώμια υπέρ του  Έλληνος Ιωάννου Σκυλίτση, τελευτήσαντος εσχάτως εν Λιβόρνω εν ηλικία  ανθηροτάτη. Ο νέος ούτος Έλλην ήτο (λέγουσι) πρότυπον χρηστοηθείας, ευγενείας, φιλοπατρίας και φιλελεημοσύνης· τεκμήριον δε τούτου προφανές, ότι κατέλιπε 50.000 φράγκων υπέρ των εν Λιβόρνω πτωχών και 200.000 φράγκων προς ίδρυσιν αγαθοεργού καταστήματος εν Αθήναις. Ώρα, 7.5.1876: Απεβίωσεν εν Ρίω Ιανέιρω της Βραζιλίας ο αξιόλογος νέος  κ. Ζήσιμος Αντύπας, Κεφαλλήν έμπορος, υπό κιτρίνου πυρετού προσβληθείς. Ώρα, 6.7.1876: Λέγεται ότι ο τραπεζίτης της βασιλομήτορος, κύριος  Χριστάκης Εφένδης Ζωγράφος, τη συμπράξει και άλλων τραπεζιτών του Γαλατά συνωμολόγησε σημαντικόν δάνειον προς την κυβέρνησιν επί υποθήκη των  πολυτίμων κοσμημάτων και σκευών του αποβιώσαντος Αβδούλ Αζίζ, ων η αξία  εξετιμήθη εις δύο περίπου εκατομμύρια λιρών τουρκικών […] Ώρα, 23.8.1876: Εν Αλεξανδρεία υπάρχει σωματείον συγκείμενον εξ Ελλήνων  εργατών επονομαζόμενον «Ελληνική Εργατική Εταιρεία». Το σωματείον τούτο  έχει σκοπόν την αμοιβαίαν των μελών περίθαλψιν εν ώρα ασθενείας, είχε δε περίσσευμα εκ λιρών εβδομήκοντα. Εν τίνι των τελευταίων συνεδριάσεων το σωματείον παμψηφεί απεφάσισε να δωρηθή άπαν το περίσσευμα εις την υπέρ  ιδρύσεως εθνικού στόλου επιτροπήν. Προς δε εσχημάτισαν επιτροπήν προς  συλλογήν εράνων επί τω αυτώ σκοπώ. Ώρα, 11.9.1876: Ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών προεβίβασε τον αρχίατρον  της αυτοκρατορικής φρουράς των λογχοφόρων και ημέτερον ομογενή, κ. Γεώργιον Συμβουλίδην, εις το υπέρτατον παράσημον του λαιμού του Αγίου  Βλαδιμήρου […] Ώρα, 28.4.1878: Οι εν Βηρυττώ Έλληνες απέστειλαν προς τον ενταύθα  σύλλογον του Ερυθρού Σταυρού δραχ. 862, προς δε την επιτροπήν της  Εθνικής Αμύνης δραχ. χιλίας. Ώρα, 2.6.1879:

Ο εν Καλκούτα αποκατεστημένος Έλλην έμπορος, κ. Γεώργιος  Ρίζος, προσωρινώς δε διαμένων εν Ερμουπόλει, προσήνεγκεν εις το  πτωχοκομείον της πόλεως ταύτης διακόσια φράγκα. Ώρα, 26.6.1879: Ο εξ Άνδρου Ιωάννης Τζοβανάκος, αποθανών εσχάτως εις  Χαρτούμ της Αφρικής, ώρισεν όπως εκ της περιουσίας αυτού, συνισταμένης  εις 680 λίρας αγγλικάς, τα μεν τρία τέταρτα δοθώσιν εις το ελληνικόν  έθνος, το δε έτερον τέταρτον εις νοσοκομείον των Αθηνών. Εκτελεσταί της  διαθήκης αυτού διώρισεν τους εν Χαρτούμ κ. Αθανασιάδην και Μπούλον  Μπούτρον. Ώρα, 10.2. 1881: Εν Ρουμανία απεβίωσε την 26ην λήξαντος ο Δημήτριος  Μαραθέας, εν τω ιδίω αυτού κτήματι Μπουσιουμένι, έξωθι του  Βουκουρεστίου. Ο Δ. Μαραθέας, εκ Ναυπακτίας ορμώμενος, εγκατέστη εν  Ρουμανία από το 1826, υπήρξε δ’ εις των ολίγων ομογενών οίτινες  αποκτήσαντες πλούτον ανεδείχθησαν δι’ αυτού ευεργετικώτατοι. Ουδείς  έλλην απροστάτευτος, ουδ’ επεκαλέσθησαν ποτέ επί ματαίω την  γενναιοδωρίαν αυτού χάριν εθνικών σκοπών. Ώρα, 13.3.1882:

Ο περιώνυμος Λεσέψ εδωρήσατο εις την εν Σουέζ ελληνική κοινότητα ευρύ γήπεδον προς ανέγερσιν ιερού ναού. Ώρα, 27.4.1882: Ο εν Φολεστίω της Βασαραβίας αποκατεστημένος και εκ  Δελβινακίου της Ηπείρου καταγόμενος κ. Νικολόπουλος  προσήνεγκε 30.000 φράγκα προς ανέγερσιν Παρθεναγωγείου εν τη ιδιαιτέρα αυτού πατρίδι. Ο κ. Νικολόπουλος και άλλοτε απέστειλε δωρεάς εις Δελβινάκιον, γενναίον δε  ποσόν υπέρ του εθνικού στόλου. Ώρα, 6.5.1882: Ο εν Αλεξανρεία κ. Δ. Τζίκας, εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος ομογενούς Χρήστου Παϊκούλη εκ Κορυτσάς, απέστειλε τη  επιτροπή του εθνικού στόλου, λίρας Αγγλίας 50. Ώρα, 8.7.1876: Η τεργεστεία εφημερίς Ανεξάρτητος εδημοσίευσεν μακράν εξ  Αλεξανδρείας επιστολήν, εν η προς τοις άλλοις γράφει τα επόμενα περί της υπό της ελληνικής κυβερνήσεως αποστολής πλοίων εις Αλεξάνδρειαν. «Η  ελληνική κυβέρνησις παρέσχε περιφανές φιλανθρωπίας παράδειγμα  αποστείλασα πλοία εις Αλεξάνδρεια, όπως δωρεάν παραλάβωσιν ου μόνον τους Έλληνας υπηκόους, αλλά τους άπορους πάσης εθνικότητας, προνοήσασα άμα  και περί των προς ζωοτροφίαν αυτών, διαρκούντος του ταξειδίου. Και  σημειωτέον ότι η Ελλάς είναι πτωχόν κράτος, όπερ καθιστά την πράξιν  αυτής θαυμασίαν και υψηλήν, ήτις θα καταλάβη μίαν των ωραιοτέρων σελίδων εν τη συγχρόνω ιστορία της Ελλάδος». Ώρα, 12.8.1882:

Ο εν Ρωσία αποβιώσας ομογενής Θεόδωρος Παύλου  Ροδοκανάκης κατέλιπε 8.000 ρουβλίων υπέρ της σχολής και του νοσοκομείου  Χίου, και 10.000 ρούβλια υπέρ των αγαθοεργών καταστημάτων Αθηνών. Έτερος δε ομογενής ο Γεώργιος Αθανασίου Κορώνης, εν Ρωσσία και ούτος  αποβιώσας, εκληροδότησεν υπέρ των πενήτων της νήσου Πάτμου 6.000 ρούβλια. Ώρα, 31.8.1882: Ο εν Κωνσταντινουπόλει ομογενής κ. Γεώργιος Ζαρίφης  προσήνεγκεν τω «Θρακικώ Συλλόγω» 1.200 οθωμανικάς λίρας προς αναπλήρωσιν των ελλειμμάτων άτινα παρουσίασαν κατά τα τελευταία έτη τα εν  Φιλιπουπόλει Ζαρίφεια διδασκαλεία. Ώρα, 31.12.1882: Ο εν Μασσαλία ομογενής κ. Θεόδωρος Εμμ. Ροδοκανάκης  προσήνεγκε πεντακισχίλια κατ’ έτος φράγκα, προς ανασύστασιν, εν  Καισαρεία της Καππαδοκίας, ιερατικής σχολής εν τη μονή του Προδρόμου. Προ τινων ημερών εγένοντο τα εγκαίνια της σχολής ταύτης, ήτις απεκλήθη  εκ του ονόματος του δωρητού «Ροδοκανάκειος Ιερατική σχολή». Ώρα, 2.4.1883 –

Εις την βουλήν της Ουγγαρίας συζητουμένου νομοσχεδίου  περί μέσης εκπαιδεύσεως ηγέρθη το ζήτημα εάν η ελληνική δέον να  διδάσκηται όπως και η λατινική εις τα Γυμνάσια. Η συζήτησις αύτη  διήρκεσεν επί τρεις όλας ημέρας, η δε βουλή απεφήνατο υπέρ της διδαχής  της ελληνικής δια πλειοψηφίας 68 ψήφων. Ώρα, 5.2.1885: Ο εν Μασσαλία ομογενής κ. Γ.Δ. Ζαφειρόπουλος απέστειλεν  εις διάφορα φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα διακοσίας πέντε λίρας οθωμανικάς. Ώρα, 12.2.1885: Ο κ. Χριστάκης Ζωγράφος προσήνεγκεν εις την εν Κορσική  ελληνικήν κοινότητα δωρεάν εκ τρισχιλίων φράγκων κατ’ έτος προς  διατήρησιν αυτόθι ελληνικής σχολής. Ώρα, 24.6.1885: Απεβίωσεν εν Λειψία ο αυτόθι ομογενής Ναούμ Παπά. Διεκρίνετο ο αοίδιμος Ναούμ Παπά εν Λειψία ως αόκνως καλλιεργών την  ανάπτυξιν του ελληνικού φρονήματος των αυτόθι ελλήνων, μετά πατριωτικού  δε ενδιαφέροντος επροστάτευε τους αυτόθι έλληνας σπουδαστάς, πολλάκις δε δαψιλώς εβοήθησε τα εν τη δούλη Ελλάδι και τα εν Κωσνταντινουπόλει  εκπαιδευτήρια.

Ώρα, 5.3.1886: Εν Κωνσταντινουπόλει απεσφραγίσθη εσχάτως η ιδιόχειρος  διαθήκη του αποβιώσαντος ομογενούς Ζανή Στεφανόβικ, δι’ης καταλείπει εις το εθνικόν ημών Πανεπιστήμιον φρ. 40.000 και χιλίας μετοχάς του  πατριωτικού δανείου, έτι δε 18.500 οθωμανικάς λίρας υπέρ διαφόρων  εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων και απόρων οικογενειών, εν  οις 7.500 λιρ. υπέρ της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Γένους Σχολής, ανά 1.000 λίρας υπέρ των εθνικών της Κωνσταντινουπόλεως καταστημάτων, του Σκυλιτσείου νοσοκομείου εν Χίω και των σχολείων Χίου, καθώς και 400 λίρες υπέρ της αδελφότητος Ξηροκρήνης.

 

5)  Χαιρετισμός στην εκδήλωση για την «Ημέρα Μνήμης των Εθνικών μας Ευεργετών»

 

 

Συγκεντρωθήκαμε σήμερα, για να τιμήσουμε τους Έλληνες Ευεργέτες που, με την αγάπη τους για την πατρίδα, προσέφεραν στον τόπο αξίες όπως ο ανθρωπισμός, η φιλοπατρία, η κοινωνική αλληλεγγύη και ο πολιτισμός.

Τιμούμε εκείνους τους ανθρώπους, που σε εποχές δύσκολες για τον τόπο, έδωσαν μεγάλο μέρος ή ακόμα και ολόκληρη την περιουσία τους για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους και στη συνέχεια για την αναγέννηση της χώρας μας.

Στις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο τον 19ο αιώνα και αρχές του 20ου, η αδυναμία των Ελλήνων αστών να ενσωματωθούν μέσα στα κράτη που κατοικούν αυξάνει την επιθυμία τους για ενίσχυση του εθνικού τους κέντρου και κατ’ επέκταση της αστικής εικόνας της πρωτεύουσας.

Έτσι, οι ευεργέτες δρουν σε μια ευρεία γεωγραφική κλίμακα, με ποικιλία οικονομικών δραστηριοτήτων (εμπόριο, ναυτιλία, βιομηχανία, τραπεζικό, χρηματιστικό, εφοπλιστικό τομέα, κλπ…) αποκτούν δε κοσμοπολίτικη αντίληψη που τους δίνει την δυνατότητα να είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Είναι λοιπόν επόμενο να επηρεαστούν από τα ιδεολογικά ευρωπαϊκά ρεύματα του 18ου και 19ου αιώνα. Οι ευρωπαίοι, παράλληλα με την έννοια του έθνους προωθούν και αυτήν της παιδείας, στάση που θα επηρεάσει καθοριστικά τους Έλληνες. Πράγματι οι εκπρόσωποι της ανερχόμενης ελληνικής εμπορικής τάξης, κάτω από την επίδραση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, θα χρηματοδοτήσουν υποτροφίες, ίδρυση σχολείων και έκδοση βιβλίων. Η ευεργεσία λοιπόν πέρα από τις συναισθηματικές ανάγκες των ευεργετών έρχεται να καλύψει ανάγκες κοινωνικής αναγνώρισης, ανάγκες οικονομικής και κοινωνικής επικράτησης σε μια ελεύθερη πατρίδα, ανάγκες πολιτικής συγκρότησης του ελληνισμού καθώς και μορφωτικές ανάγκες των Ελλήνων.

Τα δημόσια κτήρια που άρχισαν να χτίζονται στην Αθήνα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στους εθνικούς μας ευεργέτες. Πίσω από σχεδόν κάθε μεγάλο δημόσιο έργο στην Αθήνα κρύβεται ένας δωρητής, ένας εθνικός ευεργέτης. Με χρήματα των Ελλήνων της διασποράς κτίστηκαν και λειτουργούν ενδεικτικά το Πολυτεχνείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Ριζάριος Ακαδημία, το Καλλιμάρμαρο (Παναθηναϊκό Στάδιο), το Ζάππειο Μέγαρο, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, η Μητρόπολη των Αθηνών και άλλα πολλά…

Μόνο κατά την εικοσαετία 1900-1920, καταγράφονται 3962 δωρεές και κληροδοτήματα για την ενίσχυση των εθνικών αναγκών και την κατασκευή κοινωφελών έργων.

Μην ξεχνάμε ότι με τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των ομογενών μας, η Αθήνα έγινε από μικρή επαρχία μεγάλη πρωτεύουσα.

Όμως, όπως και η κοινωνία εξελίσσεται και αλλάζει, έτσι και η έννοια της ευεργεσίας έχει αλλάξει μορφή: ενώ παλαιότερα, η ευεργεσία εννοείτο ως ώθηση της εθνικής «αναγέννησης» και ως επιταχυντής της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, σήμερα ο σημερινός «ευεργετισμός» έχει πάρει, εκτός από τις προηγούμενες μορφές, και τη μορφή της εθελοντικής εργασίας καθώς ενσαρκώνει έναν πιο «μάχιμο» ανθρωπισμό.

Φέτος, θα έχουμε την ευκαιρία να τιμήσουμε έναν σημαντικό ευεργέτη και ξεχωριστό άνθρωπο, τον Ιωάννη Βαρβάκη μέσα από την καινούργια ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, «ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι». Ο Βαρβάκης, ως ιδρυτικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, μπορεί σε πολλούς από εμάς να φαντάζει ήρωας άλλων εποχών. θα μπορούσε όμως κάλλιστα να ανήκει στο σήμερα.

Σήμερα, που η χώρα μας βιώνει δύσκολες μέρες και βρίσκεται μπροστά σε νέες προκλήσεις λόγω συγκυριών, θα έπρεπε να αποτελεί μέρος της κεντρικής μας πολιτικής, να αναδεικνύουμε, μέσα από το παρελθόν αλλά και το παρόν, την αναλλοίωτη αξία της ευεργεσίας και της προσφοράς.

Εκτός από τους επώνυμους εθνικούς ευεργέτες που κατέγραψε η Ιστορία, μην ξεχνάμε και τους χιλιάδες ανώνυμους που με το έργο και τη ζωή τους προσέφεραν και αυτοί στην πατρίδα μας.

Η βασική προϋπόθεση πάντως για να γεννήσει μια κοινωνία ανώνυμους και επώνυμους ευεργέτες είναι η διαρκής, επίμονη, μακροχρόνια, πολυεπίπεδη προσπάθεια από όλους, δηλαδή τόσο από την συντεταγμένη πολιτεία όσο και από την κοινωνία των πολιτών, να έχουμε ως αδιασάλευτο στόχο, την επαναφορά στην κοινωνία, ιδανικών όπως η προσφορά, η ταπεινοφροσύνη, η ανιδιοτέλεια, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο πολιτισμός. Ιδανικά που έχουν άμεση σχέση με την ουσιαστική παιδεία μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, στοχεύουν στο ΕΜΕΙΣ και όχι στο ΕΓΩ και έτσι δίνουν βαθιά ικανοποίηση στον καθένα ξεχωριστά.

Αξίζει λοιπόν, για όλα αυτά, κάθε τιμή σε εκείνους τους ιδεολόγους της ζωής , επώνυμους και ανώνυμους που διαχρονικά και ποικιλότροπα, υπηρέτησαν με την προσφορά και το έργο τους την πατρίδα μας.

  Τιμούμε σήμερα ανθρώπους με υψηλό αίσθημα φιλοπατρίας, φιλανθρωπίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι, σε εποχές μεγάλων στερήσεων, συνέβαλλαν στην προσπάθεια του ελληνικού έθνους να ορθοποδήσει και δίδαξαν με το δικό τους τρόπο την προσφορά στην Πατρίδα, τον άνθρωπο, την Παιδεία και τον Πολιτισμό δωρίζοντας σημαντικό μέρος ή ακόμη και ολόκληρη την περιουσία τους. Η ευεργεσία αποτελεί έμπρακτη εκδήλωση συμπαράστασης προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγάζει από το αγνό αίσθημα φιλαλληλίας χωρίς υπολογισμό ή σκοπιμότητα. Είναι κοινωνική δράση με τεράστιο μέγεθος.

        Η ευεργεσία προς την πόλη και κατ’ επέκταση προς το λαό της, θεσμοθετείται αρχικά στην αρχαία Αθήνα με τις υποχρεωτικές «λειτουργίες».

        Ο Χριστιανισμός συνέχισε και αναβάθμισε την κοινωνική αυτή αρετή, αναδεικνύοντας την πνευματική της διάσταση. Δεν δρα πλέον ο πολίτης για τους συμπολίτες του αλλά ο χριστιανός για κάθε συνάνθρωπο αδελφό του.

Δεν το κάνει αυτό για να θεωρηθεί καλός πολίτης, αλλά για να θεωρηθεί παιδί του Θεού, γιατί «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».

        Έμπρακτη εφαρμογή της ευεργεσίας, από χριστιανικής πλευράς, αποτελούν οι διαθήκες των εθνικών ευεργετών, οι οποίοι, στο σύνολό τους, ήταν βαθιά θρησκευόμενοι και κοινωνικά καλλιεργημένοι άνθρωποι. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας λ.χ. ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της εποχής του, αρχίζει την διαθήκη του ως ακολούθως: «επιθυμών κατά χριστιανικόν και κοινωνικόν καθήκον ….» Από τη μελέτη των διαθηκών προκύπτει αβίαστα ότι πολλοί ευεργέτες πίστευαν πως τα αγαθά, τα οποία με τόσες θυσίες και κόπους απέκτησαν δεν ανήκαν αποκλειστικά στους ιδίους, αλλά ότι ο θεός τους έταξε ως διαχειριστές αυτών των αγαθών.

Και επειδή το πιστεύειν είναι τρόπος ζωής και όχι ιδεολόγημα για τα μέλη της Εκκλησίας, προσφέρουν θυσιαστικά και με χαρά, στην φτώχεια των συνανθρώπων τους στην δυστυχία, τον πόνο, την αγραμματοσύνη, την πάσης μορφής υποδούλωση, συμπονώντας τους πονεμένους και ελαφρύνοντας τον ζυγό τους με στόχο την απελευθέρωση. Απελευθέρωση από όλα τα παραπάνω, αλλά και από τον κατακτητή συνάμα.

        Κίνητρό τους είναι η αγαθοεργία, η ευεργεσία προς την Πατρίδα αλλά και προς τον συνάνθρωπο, η αγάπη προς τη γενέθλια γη, η νοσταλγία,
η συμπάθεια και ο πόνος προς την πάσχουσα ομογένεια, η βαθιά πίστη στο Θεό και η συνέπεια προς τις αρχές του Ευαγγελίου με το οποίο είναι γαλουχημένοι και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ψυχής τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διαθέτουν αφιλοκερδώς τις περιουσίες τους για αγαθούς σκοπούς, χωρίς να τους το επιβάλλει καμία κρατική εξουσία. Ευεργετούν διακριτικά, χωρίς να επιζητούν την εφήμερη δόξα και την τιμή, δαπανώντας τεράστια ποσά και αφήνοντας ως κληρονομιά αθάνατα έργα στους τόπους που τους φιλοξενούν, αλλά και στους τόπους καταγωγής τους.

Τα περισσότερα και πιο λαμπρά δημόσια κτίρια που χτίζονται στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οφείλονται, κατά κύριο λόγο σε εθνικούς ευεργέτες. Σχεδόν κάθε μεγάλο δημόσιο έργο έχει ένα δωρητή, έναν εθνικό ευεργέτη. Τον Αβέρωφ, τον Αγγελόπουλο, τον Αρσάκη, το Βαρβάκη, τον Ευγενίδη, το Ζάππα, τους Ζωσιμάδες, το Μαρασλή, τους Μπενάκηδες, τον Παπαστράτο, τους αδελφούς Ριζάρη, το Σιβιτανίδη, το Σίνα, το Σκυλίτση, το Σούτσο, το Σταύρου, το Στουρνάρα, το Συγγρό, τον Τοσίτσα, τον Χαροκόπο, το Χατζηκυριάκο, τον Χατζηκώνστα, τον Χριστόπουλο, και τόσους άλλους. Καθένας και ένα όραμα, μια ισχυρή θέληση πρωτοβουλίας, μια προσωπική ιστορία, που συμπλέκεται με όλες τις άλλες, διαμορφώνοντας τη μεγάλη, τη συνολική ιστορία του εθνικού ευεργετισμού, την ευγενέστερη έκφραση αγάπης για την Ελλάδα. Και είναι η ιστορία αυτή ατελεύτητη, καθώς δεν περιορίζεται μόνο στην εποχή που ο Ελληνισμός είχε τεράστιες ανάγκες.

Συνεχίζεται και στη νεότερη ιστορία, με σημαντικά έργα και προσφορές. Με δράσεις που επιβεβαιώνουν τη θέληση των Ελλήνων που ζουν, εργάζονται και μεγαλουργούν σε όλο τον Κόσμο, να συμβάλουν στην πρόοδο του Τόπου και την ενίσχυση του Οικουμενικού Ελληνισμού.

        Εκτός από την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών των συμπατριωτών τους, με την ενίσχυση των φτωχών, την ανέγερση και καλλωπισμό ναών, τη σύσταση φιλανθρωπικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, την ανέγερση σχολείων, έριξαν το βάρος στη διάδοση των φώτων της παιδείας, διαδίδοντας τον Εθνικό διαφωτισμό. Η κατασκευή σχολείων, νοσοκομείων, ακόμη και η δωρεά εξοπλισμού υπέρ των εθνικών αγώνων, βοήθησε σε δύσκολα χρόνια τον τόπο μας να προχωρήσει και να αναπτυχθεί. Τα Ιδρύματά τους αναπτύσσουν έντονη κοινωφελή και πολιτισμική δραστηριότητα. Πολλά τέτοια Ιδρύματα λειτουργούν ανελλιπώς ακόμη και σήμερα. Θα λειτουργούσαν ακόμη περισσότερα αν πολλά κληροδοτήματα δεν παρέμεναν, για διάφορους λόγους, αναξιοποίητα ή με όχι χρηστή διαχείριση.

        Στα Νησιά μας, οι ευεργέτες στήριξαν διαχρονικά με όλες τους τις δυνάμεις την Εκπαίδευση, τα Γράμματα,  τον Πολιτισμό, τον συνάνθρωπο και απετέλεσαν τον κύριο μοχλό διατήρησης της ταυτότητάς μας.

        Η Χίος κατέχει εξέχουσα θέση στην παράδοση της εθνικής ευεργεσίας, αφού ανέδειξε σπουδαίους εθνικούς και τοπικούς ευεργέτες.

        Τα προνόμια, τα οποία απολάμβανε το νησί λόγω της μαστίχας, η γεωπολιτική θέση του, και το ανήσυχο πνεύμα του Χιώτη για συνεχή αναζήτηση καλύτερων συνθηκών, βοήθησαν την ανάπτυξη πλούτου στη Χίο.

        Στο ξερό και άγονο έδαφος της Χίου φύτρωσε το πλούσιο δέντρο της ευεργεσίας και πρόσφερε άφθονους τους καρπούς του ιδιαίτερα στα χρόνια της πικρής σκλαβιάς. Από φτωχές οικογένειες οι περισσότεροι μα με φλογερή πίστη και ελπίδα μέσα τους, φεύγοντας από τη φτώχεια και τη σκλαβιά και θέλοντας να αναπνεύσουν ελεύθερα, παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς, μπαρκάροντας σε ποντοπόρα πλοία, ή εργαζόμενοι μέρα - νύχτα σε κάθε είδους εργασία σε ξένες χώρες. Σκοπός τους να επιβιώσουν και να μπορέσουν κατόπιν να βοηθήσουν τους δικούς τους που έμειναν πίσω στην άγονη και ταλαιπωρημένη από πολέμους και ανέχεια πατρίδα τους. Μετά από σκληρή εργασία, και αφού απέκτησαν πλούτο έχουν σαν πρώτες προτεραιότητές τους, την Ορθοδοξία, την Παιδεία και τον Πολιτισμό και συμβάλλουν ενεργά στην προσπάθεια να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας στον παροικιακό χώρο. Ιδρύουν Σχολεία, Ορφανοτροφεία, Νοσοκομεία και Γηροκομεία. Επιδιώκουν (και καταφέρνουν) να ανυψωθεί το επίπεδο ζωής των μελών της παροικίας, αλλά και να κρατηθεί αλώβητος και να αναδειχθεί ο πολιτισμικός χαρακτήρας της κοινότητας.

        Οι καραβοκύρηδες και οι έμποροι, Ψαριανοί, Εγνουσιώτες, Καρδαμυλίτες, Βρονταδούσοι, Χωραΐτες, Καμπούσοι, Νοτιοχωρούσοι, από όπου και αν βρισκόταν, στην Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, το Κάιρο, την Μασσαλία, το Λονδίνο, την Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, είχαν πάντα στο μυαλό τους να βοηθήσουν την ενορία, το χωριό, το νησί, την πατρίδα τους. Να επισκευάσουν ή να κτίσουν νέο σχολειό ή εκκλησιά. Να φροντίσουν το ορφανό, το γέροντα και τον φτωχό.

        Ενδεικτικά αναφέρουμε μεγάλους Ευεργέτες της Χίου:

ΒΑΡΒΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΕΛΕΝΑ, ΒΟΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΚΑΡΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΚΟΡΑΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ, ΛΑΙΜΟΣ ΣΠΥΡΟΣ και ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΛΑΙΜΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΛΙΒΑΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΛΙΒΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ΛΥΡΑΣ ΜΑΡΚΟΣ, ΜΙΧΑΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΜΠΕΝΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΒΙΡΓΙΝΙΑ και ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΠΑΤΕΡΑΣ Διαμαντή ΙΩΑΝΝΗΣ,  ΡΑΛΛΗΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ ΖΑΝΝΗΣ, ΣΥΓΓΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΧΩΡΕΜΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και πολλοί άλλοι.

        Ενδεικτικά αναφέρουμε Ευεργέτες του Βροντάδου:
Οικογένεια Ανδρεάδη: Ανδρεάδειο Γυμνάσιο Βροντάδου, Δημαρχείο Βροντάδου, Ερειθιανή, ΠΕΚΕΒ, Μουσείο, Ευαγγελίστρια. Τιμήθηκαν με το Αξίωμα της Αριστίδην μέλους της Βασιλικής Γερουσίας και το Μεγαλόσταυρο του Γεωργίου Α’.
Οικογένεια Βενιάμη: Εξ ολοκλήρου ανέγερση του Νηπιαγωγείου Παναγίας Ερειθιανής, Στήριξη απόρων οικογενειών, Αρωγοί στις ανάγκες του Δημοτικού Σχολείου Παναγίας Ερειθιανής και άλλων Σχολείων.
Οικογένεια Ευσταθίου: ΠΕΚΕΒ και χρηματικά ποσά σε Νοσοκομεία, σχολεία, ναούς, οργανισμούς κλπ.
Οικογένεια Λω: Όρμος Λω, ΠΕΚΕΒ, Στάδιο Νίκος Λως, δωρεές σε ΦΟΒ, Άγιο Γεώργιο Βροντάδου, Μητρόπολη Χίου, Εξωραϊσμό Πυργίου και Εμποριός, Ναυτικό Μουσείο Χίου.
Οικογένεια Μαργαρώνη: Γνωστή Αρχοντική Οικογένεια του Βροντάδου, από τις παλαιότερες οικογένειες καραβοκύρηδων αλλά και επιστημόνων που κατοίκησαν στη Χίο από το 1821 μέχρι και σήμερα και διέπρεψαν παράλληλα στο εξωτερικό. Μαργαρώνηδες συναντάμε και στους απελευθερωτικούς αγώνες της Χίου κατά των Τούρκων. Η Οικογένεια Μαργαρώνη, μετά από ενέργειες του διευθυντή του σχολείου Μάρκου Ψώρα, ανέλαβε το 1960, ολόκληρη τη δαπάνη ανέγερσης του Δημοτικού Σχολείου (Αγίου Μάρκου) Βροντάδου. Συνέβαλε οικονομικά στην κατασκευή γέφυρας στον Άγιο Μάρκο. Κατέθεσαν χρήματα, οι τόκοι των οποίων διατίθεντο για ενίσχυση των αριστούχων μαθητών της ενορίας του Αγίου Μάρκου. Ήταν δωρητές της Εκκλησίας του Αγίου Μάρκου και Διέθεσαν Χρηματικά ποσά στη μονή Μερσινιδίου. Η γενναιοδωρία τους επεκτάθηκε στο Οικουμενικό πατριαρχείο, το Δικηγορικό σύλλογο Πειραιά (με υποτροφίες για αριστούχους δικηγόρους) και αλλού. Δια Βασιλικού διατάγματος απενεμήθη στο Χριστόφορο και Παντελή Μαργαρώνη ο Χρυσούς Σταυρός του Φοίνικα για το έμπρακτο ενδιαφέρον τους για την Παιδεία.
Μιχαληνός Ζωρζής και Γεώργιος: Εμπορική Σχολή της Χίου, Υδραγωγείο Βροντάδου, Γηροκομείο, Βιβλία στη Βιβλιοθήκη Κοραή, χορηγίες σε πολλά Σχολεία και Ιδρύματα.
Ξενιός Ζαννής: Φιλανθρωπίες, κοινωφελείς σκοπούς, Δημοτικό Σχολείο Βροντάδου.
Μιχαήλ και Σταματία Ξυλά Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο.
Οικογένεια Φαφαλιού: Φαφάλειο Στάδιο, ΦΟΒ, ΠΕΚΕΒ, Παναγία Μούτσαινα, Ναυτικό μουσείο Χίου.
Οικογένεια Χανδρή: Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού, Ψηφιδωτά Νέας Μονής, Αναδάσωση, ΠΕΚΕΒ.
Οικογένεια Χατζηπέτρου: Δωρεές στον Άγιο Μάρκο, στο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρκου και σε έχοντες ανάγκη.

        Εκτός από τις πλούσιες Οικογένειες τον οβολό τους έδιναν συντεχνίες επαγγελματιών και απλοί ιδιώτες. Αναγείρουν και ενισχύουν Σχολεία, Βιβλιοθήκες, Νοσοκομείο, Λωβοκομείο, Γηροκομείο, Μαιευτήριο, Ορφανοτροφείο, Κοινωφελή Ιδρύματα, Γυμναστήρια και Παιδικές χαρές. Η χιακή ευποιία αγκάλιασε πρώτα από όλα την εκπαίδευση. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, (Δημοτικά, Γυμνάσια, Ναυτικές σχολές) έδωσαν τη δυνατότητα στους νέους της Χίου, των Ψαρών και των Οινουσσών να μορφώνονται και κατ’ επέκταση να καταλαμβάνουν ανώτερες θέσεις στα πλοία. Δεν είναι πια μόνο ναύτες και λοστρόμοι, αλλά Μηχανικοί και Καπετάνιοι. Μαζί με την αύξηση των αποδοχών τους ανεβαίνει και το βοιωτικό επίπεδο των νησιών.

Οι σημερινοί δωρητές και εθνικοί ευεργέτες των Νησιών μας είναι άξιοι συνεχιστές του έργου των προγόνων μας. Ντόπιοι και ομογενείς, άτομα, οικογένειες, σύλλογοι, συνεχίζουν τις αγαθοεργίες τους προς το τόπο. Στηρίζουν την παιδεία, την Υγεία, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, τις υπηρεσίες του κράτους. Στηρίζουν όσους βρίσκονται σε δύσκολες ώρες και προσφέρουν σπουδές σε άπορους φοιτητές και σπουδαστές. Σε χίλια δυο αιτήματα μικρά ή μεγάλα δείχνουν καθημερινά το αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης. Νεώτεροι εφοπλιστές, όπως ο Λουκάς Κτιστάκης, Ο Παναγιώτης Τσάκος, η οικογένεια Φράγκου και πολλοί άλλοι συνεχίζουν το έργο των παλαιοτέρων, προσφέροντας χορηγίες σε Ιδρύματα, Σχολεία και άπορες οικογένειες. Όμως, το μέγιστο καλό της προσφοράς προς την κοινωνία, μικρού, μεγάλου ή πολύ μεγάλου ποσού, δεν είναι αυτή καθεαυτή η προσφορά των χρημάτων αλλά κυρίως η ενέργεια, το καλό παράδειγμα, η ανταπόκριση σε κάτι κοινωνικά αναγκαίο ή επείγον, που σαν αποτέλεσμα έχει, το δυνάμωμα της κοινωνικής συνοχής.

Οι Ευεργέτες αποτελούν για το έθνος μας μέγα ηθικό κεφάλαιο και δικαιούνται μαζί με τους πολεμικούς ήρωες και τους πνευματικούς μας φωστήρες της τιμής και της ευγνωμοσύνης όλων μας.

Στην συγκυρία που ζούμε, η τιμή στους εθνικούς μας ευεργέτες και η συνειδητοποίηση της αξίας τους μας υπενθυμίζει ότι αυτό που φαίνεται ως κυρίαρχο πρόσωπο των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια δεν είναι το αληθινό μας πρόσωπο.

Αρκεί να κοιτάξουμε στις παρακαταθήκες που μας άφησαν οι πρόγονοί μας για να βρούμε τους θησαυρούς που ψάχνουμε στα τρένα της δήθεν «προόδου» και του δήθεν «εκσυγχρονισμού» που συνεχώς κυνηγάμε και συνεχώς χάνουμε.

Ευτυχώς, γιατί αυτά τα τρένα έχουν ως αφετηρία τον εγωισμό και την απληστία και προορισμό το μηδέν.

Ας μην μας πτοούν, λοιπόν, οι εξωτερικές απειλές, ας εξακολουθήσουμε να φυλάμε εθνικές Θερμοπύλες ακούγοντας ξανά τα λόγια του Χριστού: «Εν τω κόσμω έξετε θλίψιν αλλά θαρσείτε, εγώ τον κόσμον νενίκηκα».

Μαζί Του μπορούμε να νικήσουμε και εμείς, συλλογικά και προσωπικά.

 

 

 

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014 17:28

Ομιλία με θέμα τον Ρατσισμό

Φίλοι μου,

 Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ προκειμένου να εξετάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε για ένα κοινωνικό πρόβλημα που τείνει να πάρει διαστάσεις μάστιγας με ποίκιλες προεκτάσεις. Αυτό είναι το πρόβλημα του ρατσισμού.

 Με τον όρο << ρατσισμός>> εννοούμε τη διάκριση  και το διαχωρισμό ανθρώπων, ομάδων ή φυλών και την αντιμετώπιση τους μεροληπτικά. Δηλαδή, τα ασήμαντα ή σημαντικά πράγματα με τα οποία δείχνουμε σε κάποιον ότι είναι διαφορετικός.

Τα αίτια του ρατσισμού μπορεί να είναι πολλά. Αρχικά, η μαζική εισροή μεταναστών ή προσφύγων που προκαλεί  προβλήματα  στις χώρες υποδοχής. Οι μετανάστες  και οι πρόσφυγες από άμυνα ή αντίδραση δημιουργούν ορισμένα <<γκέτο>>  με αποτέλεσμα να προχωρούν σε πράξεις βίας, εγκληματικότητας ή παραοικονομίας. Απ’ την άλλη,  η έλλειψη σεβασμού απέναντι στο <<ξένο>> και το <<διαφορετικό>> από εμάς , αποτελεί  συστατικό στοιχείο της εποχής μας και της κοινωνίας μας, μιας κοινωνίας ηθικής χαλάρωσης και κρίσης αξιών.

  Παράλληλα, η απουσία από τα σχολικά πλαίσια και τα πλαίσια διαπαιδαγώγησης  ανθρωπιστικής παιδείας έχει ως αποτέλεσμα η <<ενσυναίσθηση>>  και η <<προσωπική ωριμότητα>> να παραμένει σε βρεφικά στάδια.

  Η διαφορετικότητα, όμως, δεν είναι μειονέκτημα× είναι χαρακτηριστικό. Δεν μπορούμε να καταλογίζουμε ευθύνες σε κάποιον επειδή είναι αλλόεθνος, επειδή είναι χοντρός, επειδή είναι άσχημος, επειδή είναι ανάπηρος, επειδή έχει χαμηλές επιδόσεις. Κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι μοναδική και σημαντική.

  Για να μη λάβει το πρόβλημα μεγαλύτερες διαστάσεις και αποτελέσει διαλύτη της κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να δοθεί βάρος στην διαπαιδαγώγηση των νέων με βασικούς άξονες αγωγής την ανεκτικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού. Την ευθύνη και σε αυτή την  περίπτωση θα πρέπει να την αναλάβει το σχολείο στα πλαίσια του οποίου θα πρέπει να καλλιεργείται ο αντιρατσισμός, ο ανθρωπισμός και να διαπλάθεται η δημοκρατική συνείδηση.

    Ο καθένας μας, όμως, θα πρέπει να κάνει το δικό του αγώνα. Δυστυχώς, πριν πολεμήσουμε τον ρατσισμό στην κοινωνία θα πρέπει να τον νικήσουμε μέσα μας. Επιπλέον, ο αθλητισμός από την πλευρά του έχει την υποχρέωση να προάγει την ευγενή άμυλα  και όχι τον φανατισμό που αποτελεί πρόδρομο του ρατσισμού.

       Γιατί πάντα, μα πάντα θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι όταν δείχνουμε κάποιον με το ένα μας δάχτυλο   ,τα άλλα τρία δείχνουν εμάς. Η διαλλακτικότητα δεν θα πρέπει να φαντάζει στα μάτια μας ως μια <<αναγκαία>> επιλογή αλλά ως μία <<λογική>> επιλογή.

   Τέλος, θα ήθελα να κλείσω τη σύντομη αναφορά μου στον ρατσισμό  με ένα απόφθεγμα του Μάρκου Αυρηλίου:

Θεέ μου,

Δώσε μου την ψυχραιμία να δέχομαι όσα δεν μπορώ να αλλάξω ,

Τη δύναμη να κάνω όσα μπορώ

Και τη σοφία να σέβομαι το διαφορετικό.

                      Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

 

Μαστοράκη Πόπη-Γ1

 

Αγαπητοί ακροατές,
     Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ με αφορμή την εκδήλωση που οργάνωσε το σχολείο μας για την Παγκόσμια Ημέρα Προστασίας των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, για να μιλήσουμε για το φαινόμενο του ρατσισμού. Ρατσισμός είναι η δογματική αντίληψη ότι υπάρχουν φυλές ανώτερες από κάποιες άλλες, οι οποίες έχουν καταδικασθεί σε κληρονομική κατωτερότητα και οι διακρίσεις των ανθρώπων ανάλογα με το χρώμα ή την καταγωγή.
     Πρώτα απ’ όλα, η έλλειψη ανθρωπιστικής παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας αποτελούν πρωτογενείς αιτίες του ρατσισμού. Από την στιγμή που το άτομο δε διδάσκεται την αξία της ειρήνης, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μπορεί να παρασυρθεί εύκολα σε ρατσιστικές αντιλήψεις. Παράλληλα, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο περιορίζει τους ορίζοντες του ανθρώπου και αδρανοποιεί τη σκέψη του, με αποτέλεσμα να χειραγωγείται εύκολα και να υιοθετεί άκριτα κάθε είδους στερεότυπα.
    Επιπροσθέτως, η δημιουργία στερεοτύπων και προκαταλήψεων από τους ποικίλους φορείς αγωγής και κοινωνικοποίησης, παραδείγματος χάρη, την οικογένεια ή το σχολείο, έχει ως αποτέλεσμα το φόβο και την αντίδραση στη διαφορετικότητα των άλλων. Από την οικογένεια το κάθε άτομο λαμβάνει τις βασικές αρχές από την αρχή ως το τέλος της ζωής του, οπότε είναι λογικό αν η οικογένεια μεταδίδει στο άτομο αντιλήψεις ρατσισμού, το άτομο να τις υιοθετεί με κάθε τρόπο. Επιπλέον, από το σχολείο, ο άνθρωπος αφομοιώνει τις κύριες γνώσεις, αλλά διαμορφώνει και την προσωπικότητά του. Έτσι, αν το σχολείο κάνει διακρίσεις μεταξύ των παιδιών ή δεν έχει ως σκοπό του την εξίσωση των δικαιωμάτων όλων των παιδιών, οι μαθητές του αρχίζουν να μετατρέπονται και οι ίδιοι σε ρατσιστές.
         Παρ’ όλο υπάρχουν σημαντικές αιτίες και δύσκολες στη αντιμετώπισή τους, υπάρχουν και εύκολοι και απλοί τρόποι για την εξαφάνισή αυτού του φαινομένου.
         Αρχικά, πρέπει το κάθε άτομο να συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις αυτού του φαινομένου και να ελαττώσει τον εγωισμό του, έτσι ώστε να αποκτήσουν πλέον όλοι οι άνθρωποι, είτε μετανάστες, είτε πρόσφυγες, είτε Τσιγγάνοι, τα ίδια δικαιώματα.
         Επιπλέον, το σχολείο μπορεί να δημιουργήσει διάφορα προγράμματα και εκδηλώσεις που το κάθε παιδί να έρχεται σε επαφή με ένα ξένο παιδί, να το γνωρίζει, να περάσει χρόνο μαζί του και να καταλάβει ότι διαφέρουν μόνο στην εξωτερική εμφάνιση και πουθενά αλλού. Δηλαδή, ότι οι αντιλήψεις και τα στερεότυπα που δημιουργούνται είναι λανθασμένα.
         Επίσης, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο να παρουσιάζουν διάφορα ντοκιμαντέρ και εκπομπές που στόχος τους να είναι η ευαισθητοποίηση και η ενημέρωση όλου του κόσμου για αυτό το φαινόμενο.
          Συνοψίζοντας, πρέπει όλοι μας να κινητοποιηθούμε άμεσα με κάθε τρόπο και να ‘’βγάλουμε’’ από το μυαλό μας την καχυποψία, τη μεροληψία και τον εγωκεντρισμό. Κατά τη γνώμη μου, ζούμε σε μία εποχή με τεράστια δημιουργία επιτευγμάτων, που δε θα είναι τόσο αδύνατο να βρούμε μια λύση για την καταπολέμηση του ρατσισμού.

Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.

Μύριαμ Αρναουτάκη - Γ1

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014 07:05

Τα χαρτονομίσματα του Ευρώ