Το διήγημα που ακολουθεί γράφτηκε από τη μαθήτρια του Γ1 Παναγιώτα - Ευαγγελία Λιάκου στο πλαίσιο των δημιουργικών εργασιών β΄ 4μήνου στο μάθημα της Ιστορίας.  Ιστορική έμπνευση: τα γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949.

 

Η ανιψιά της Μαρίνας

 

-6 Ιουλίου, 1962-

Σήμερα ήρθε η θεία Μαρίνα να μας δει για το καλοκαίρι και μας είπε ιστορίες που δεν μας τις είπανε στο σχολειό. Στην αρχή μας τις διηγούτανε και στους τρεις αλλά ο Μάριος και η Λίζα βαρέθηκαν και πήγαν να παίξουν με τα ξαδέρφια. Εγώ, όπως ξέρεις αγαπημένο ημερολόγιο, αγαπάω τις ιστορίες οπότε έκατσα να ακούσω.

Η θεία Μαρίνα μου είπε πως έζησε όταν οι Έλληνες σφάζονταν μεταξύ τους για μία μεταξένια θέση σε ένα μεγάλο κτίριο. Είπε πως όταν τελείωσε ο πόλεμος με τους Γερμαναράδες και τους Ιταλούς με τις φανταχτερές στολές οι Έλληνες άρχισαν να πολεμάνε μεταξύ τους σαν τα άγρια τα λιοντάρια.

Στο σχολειό η δασκάλα, η κυρία Δέσπο, μας είπε για το Κουμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος και για το Βασίλειο της Ελλάδας που ήταν αντίπαλοι και για τους ξένους που τους υποστήριζαν, οι Ρώσοι και οι Άγγλοι και κάποιοι άλλοι. Μας είπε και για τα γεγονότα του 1947 που τότε πρωθυπουργός ήταν ο κύριος Τσαλδάρης που συμμάχησε με τους Αμερικάνους και έδωσε τη θέση του σε έναν που τον λέγανε Δημήτρη Μάξιμο, κάποτε έναν Ιανουάριο.

Αυτά όμως που δε μας είπε η κυρία Δέσπο είναι το τι περνούσαν καθημερινά οι απλοί άνθρωποι όπως η θεία Μαρίνα και ο θείος Ανέστης.

Η θεία μου είπε πως σχεδόν ολόκληρη η Ελλάδα λιμοκτονούσε και πως μικρά παιδιά σαν την Λίζα και τον Μάριο ζητιάνευαν σε σπίτια πλουσίων και σε εκκλησίες. Και πολλές φορές δεν είχαν ούτε οι εκκλησίες να τους δώσουν ούτε καν λίγο αντίδωρο ή ένα ψιχουλάκι άρτο. Μια μέρα μάλιστα είχε βρει δυο παιδάκια πιο μικρά κι απ την Λίζα και τον Μάριο μισοπεθαμένα έξω στην αυλή του πατρικού της.

Μόνο που το άκουσα σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Και τώρα που το θυμάμαι ανατριχιάζω και νιώθω ένα κύμα ψύχους να με περιτυλίγει.

Ο πατέρας της θείας Μαρίνας ήταν με τους δεξιούς που υποστήριζαν τους Αμερικάνους και μισούσαν το Κ.Κ.Ε ενώ ο πατέρας του θείου Ανέστη ήταν αριστερός και περήφανος γι αυτό. Η θεία έμενε κοντά στο κέντρο της Αθήνας ενώ ο θείος έμενε στα πιο εξοχικά μέρη γιατί αγαπούσε τα λουλούδια από μικρός.

Η θεία λέει πως μόνο με γράμματα μπορούσαν να επικοινωνούν και ότι ήταν ένα τεράστιο βασανιστήριο. Και μπορώ να το φανταστώ… να μην μπορείς να αγκαλιάσεις τον άνθρωπο που αγαπάς και να έχεις και τον φόβο να μην σε φάει κανένας απ’ το αντίπαλο κόμμα…

Με συγχωρείς που διακόπτω την διήγησή μου σ’ αυτό το σημείο αλλά το στιφάδο της μάνας μου έχει σπάσει τη μύτη και το στομάχι μου κουνά τα πόδια μου από μόνο του.

-7 Ιουλίου, 1962-

Σήμερα ο ήλιος λάμπει και τα πουλιά κελαηδάνε με την καρδιά τους.

Σήμερα θα σου συνεχίσω και την ιστορία που μου είχε πει η θεία Μαρίνα.

Είχαμε μείνει στα λουλούδια που αρέσουν στον θείο Ανέστη… ή μήπως όχι;

Α, ναι, θυμάμαι!

Η θεία και ο θείος είχαν συναντηθεί κρυφά σε ένα μικρό εκκλησάκι στις 25 Μαρτίου και αρραβωνιάστηκαν πίσω απ’ τις πλάτες των γονιών τους!

Ρώτησα και τον θείο κι εκείνος μου είπε πως στ’ αλήθεια έγινε αυτό! Ακόμα δυσκολεύομαι να το πιστέψω κι ο θείος με τη θεία γελάνε ακόμα.

Στις 31 Μαρτίου του 1946 έγιναν βουλευτικές εκλογές και το κόμμα που υποστήριζε ο πατέρας του θείου Ανέστη δεν πήρε μέρος, αλλά συνέχισε την δική του επανάσταση με όποιο δυνατό μέσο, εκτός απ’ τα όπλα, είχε. Αν και… παραλίγο να μετατρέψουν τον εμφύλιο σε πόλεμο με κανονικά όπλα… ευτυχώς δηλαδή που συγκρατήθηκαν! Αν και στο τέλος και πάλι χρησιμοποιήθηκαν όπλα…

Όταν λοιπόν η θεία επέστρεψε στο πατρικό της μάζεψε τα πιο αγαπημένα της αντικείμενα και το ‘σκασε με τον θείο. Από ‘κει και πέρα ούτε ο θείος ούτε η θεία είχαν τόσο άμεση επαφή με τα πολιτικά ζητήματα της χώρας αλλά μάθαιναν αρκετές λεπτομέρειες από τρίτα πρόσωπα. Το πιο σημαντικό από όλα τα πρόσωπα αυτά ήταν ο παππούς του θείου Ανέστη, που ήταν αντάρτης.

Τον έλεγαν παππού Θόδωρο και εκείνος ήταν αντάρτης με τον Ελληνικό Στρατό και έτσι του είχε απαγορέψει ο ίδιος του ο γιος να έρχεται στο σπίτι… βλέπεις τι κάνει ο πόλεμος; Είτε πολεμάνε ξένοι με ξένους είτε πατριώτες με πατριώτες τα πράγματα πάντα τελειώνουν άσχημα.

Καθώς ο θείος και η θεία μου λέγανε αυτήν την ιστορία, είδα σαν τα μάτια τους βούρκωσαν και πως τα χείλια του θείου Ανέστη άρχισαν να τρέμουν σαν ενός μικρού παιδιού που είναι έτοιμο να μπήξει τα κλάματα. Ένιωσα τόσο άσχημα για εκείνον και δε βαστούσα να τον βλέπω έτσι οπότε βρήκα την πρόφαση πως πάω να παίξω με τη Λίζα.

Η μικρή ήθελε να παίξουμε γιορτή τσαγιού με χαρτιά όπως η γιαγιάδες μας μα εμένα ο νους μου δεν ήταν ούτε στο τσάι με το χαμομήλι ούτε η παρτίδα που έπαιζε με τους δικούς της κανόνες η Λίζα όλη χαρά. Εμένα ο νους μου ήταν στον θείο.

Είπα στη μικρή πως πρέπει να δω τι κάνει ο μικρός μας Μάριος που κυνηγούσε το σκυλάκι της γιαγιάς Δήμητρας γιατί λέει πως είχε μπει στους θάμνους κι οι θάμνοι είχαν φωλιές από σφήκες. Ξέρεις πως δε μ’ αρέσει το ψέμα, αλλά έπρεπε να το πω. Έπρεπε γιατί δε θέλω να βασανίζω τον θείο και τη θεία.

Και ξέρεις, αύριο θα κάνω κάτι πολύ κακό.

Ελπίζω να με συγχωρέσεις…

-8 Ιουλίου, 1962-

Τα πόδια μου τρέμουν και η καρδιά μου χτυπάει πιο δυνατά από ποτέ. Μόλις βγήκα από τον ξενώνα που κοιμάται η θεία και ο θείος. Στα χέρια μου κρατάω το ημερολόγιο της θείας… το παλιό της ημερολόγιο, εκείνο που έγραφε όταν ήταν πιο νέα το 1946. Ανοίγω μία τυχαία σελίδα και αρχίζω να διαβάζω γρήγορα-γρήγορα τις πρώτες σειρές για να διαπιστώσω πως μου τις είχε διηγηθεί χθες.

Περνάω κάποιες σελίδες και φτάνω σε μία ημερομηνία που μου είχε αναφέρει και ο πατέρας μου.

Η ημέρα ήταν Πέμπτη αλλά δεν μπορώ να διακρίνω το νούμερο της μέρας ή το έτος… πρέπει να γράφει 1947… τα μάτια μου τρέχουν από γραμμή σε γραμμή καθώς από την αρχή της σελίδας μπορώ να καταλάβω πως κάτι το φοβερό είχε συμβεί τότες.

‘Στη ζωή μας κυριαρχεί μόνο η μιζέρια. Στην ζωή μου και στη ζωή του Ανέστη και στη δική σου γιατί μόνο με μίζερες λέξεις σε γεμίζω.

Σήμερα πήγαμε στην αγορά να πάρουμε υφάσματα, κάτι φτηνά που σκίζονται αμέσως και κάτι κλωστές που μαδάνε με το παραμικρό. Θέλαμε να φτιάξουμε ρούχα σε κάτι κουρελιασμένα, ορφανεμένα νήπια που ζητιανεύουν στα σπίτια των γερόντων που είναι πιο καλόκαρδοι.

Καταφέραμε να βάλουμε χαμόγελο στα χείλια μας για να το έχουμε βάναυσα τραβηγμένο από δαύτα.

Μπαίνοντας στο καλυβάκι του παππού Θοδωρή βλέπουμε τις είδη ξεχειλωμένες κουρτίνες ακόμα πιο ξεχειλωμένες και το κοντό ξύλινο τραπεζάκι πεταμένο στην άλλη μπάντα του κούτσικου του σαλονιού μας. Το χτυποκάρδι μου παραλίγο να εκτοξευτεί στα ουράνια και η καρδιά μου να ξεχειλίσει κι αυτή από την έκπληξη την πικρή.

Γυρνώ το κεφάλι μου προς τον Ανέστη και παρακολουθώ μία τόση δα σταγονίτσα ιδρώτα να κυλά απ’ το μηνίγγι του κάτω στο μάγουλό του και μετά να πέφτει απ’ το σαγόνι του στο γιακά του πουκαμίσου του μπλε.

Τα ρουθούνια μου άνοιξαν και τότε κατάλαβα γιατί έδειχνε τόσο μα τόσο ανήσυχος ο Ανέστης μου.

Μύριζε κάτι σα σίδερο στον αέρα του σπιτιού, κάτι ζεστό μα όχι ευχάριστο.

Αίμα.’

Τα μάτια μου μένουν ορθάνοιχτα σα διαβάζω. Η θεία περιγράφει τη σκηνή του φονικού. Περιγράφει το τσαλακωμένο σώμα του παππού Θοδωρή και τότε θυμάμαι και τις ιστορίες του πατέρα. Μου έλεγε πως ο παππούς μου ο Θοδωρής πέθανε όταν μπήκαν οι Γερμαναράδες και τον φάγανε μετά από πολύωρη μάχη.

Η θεία Μαρίνα όμως δεν περιγράφει αυτό.

‘Ο Ανέστης άρχισε να κλαίει πρώτος κι εγώ δεύτερη άρχισα το μοιρολόι που είχα μάθει απ’ τη γιαγιά τη Λίτσα όταν σκοτώθηκε ο θείος Μανόλης απ’ τους Γερμανούς.

Αχ, αχ, αχ, άνδρα Έλληνα που σε στείλανε πάλι στο χώμα και στη γη!

Μάθαμε τελικά τρεις ώρες μετά από μία γειτόνισσα τα μαντάτα.

Η κυρά Μέλπω είπε πως άκουσε κάτι φωνές και κάτι τσακωμούς και άκουσα και τον Θόδωρο να λέει «Πάψτε όλοι σας! Άμα θέλετε να συνεχίζεται αυτός ο πόλεμος σκοτώστε με για να γίνει η δουλειά σας πιο εύκολη!»

Ναι, μπορεί ο παππούς να ήταν με τους δεξιούς, αλλά εκείνος πίστευε στην ειρήνη και την αγάπη μεταξύ των πλησίον.

Άδικα πιστεύω πως πήγε και χάθηκε.’

Νιώθω όλο μου το κορμί να τρέμει και ιδρώνω σαν να έτρεχα σε μαραθώνιο. Τα μάτια μου είναι βουρκωμένα και δυσκολεύομαι να δω μπροστά μου, να κοιτάξω τη σελίδα και να αφουγκραστώ τα γραπτά.

Θέλω να πάω στη θεία και στο θείο και να τους πω πόσο πολύ τους θαυμάζω που κατάφεραν και έζησαν σε τόσες ασχήμιες και σε τόσες κακουχίες και μπορούν ακόμη και γελούν και χαμογελούν. Τους θαυμάζω κι εκείνους και όλους τους άλλους που τα πέρασαν αυτά.

Τους θαυμάζω που κατάφεραν να κρατηθούν ζεστοί όταν ο ψυχρός πόλεμος, όπως τον αποκαλεί η κυρία Δέσπο, έτριζε τα δόντια του και έσφιγγε την ψυχή του ελληνικού λαού. Τώρα θα πάω να επιστρέψω το ημερολόγιο της θείας Μαρίνας εκεί που το βρήκα και το μόνο που ελπίζω είναι πως αν κατάλαβε ότι της το πήρα, να μην με μαλώσει πολύ.

-9 Ιουλίου, 1962-

‘Αγαπημένη Αργυρούλα,

Εγώ είμαι, η θεία Μαρίνα.

Ξέρω πως εσύ ήσουν που πήρες κρυφά το ημερολόγιό μου το παλιό, το τιμημένο.

Δεν έχω θυμώσει όμως, μη φοβάσαι. Μάλιστα, μπορείς και να το κρατήσεις για να το διαβάσεις όσες φορές θέλεις. Εγώ κι ο θείος σου ο Ανέστης θυμόμαστε τα γεγονότα τα πικρά αυτά λες κι έγιναν χθες. Το ημερολόγιό μου δε μας χρειάζεται πια. Μπορείς να το έχεις εσύ.

Ελπίζω να το χαρείς και αν θέλεις, δείξε το και στη δασκάλα σου για να σε πάρει με ακόμη καλύτερο μάτι. Πες και στο Μάριο και στη Λίζα τις ιστορίες που θα βρεις μέσα στο τσαλακωμένο και κιτρινισμένο χαρτί του ημερολογίου μου.

Και να θυμάσαι πάντα ετούτο: ο πόλεμος αρχίζει απ’ τα τέρατα, που δεν είναι άνθρωποι κι ο πόλεμος κάνει τους ανθρώπους τέρατα και διαβρώνει τις αξίες. Να θυμάσαι πως μπορεί να σφάζονται λαοί για εκτάσεις γης, ακόμη κι αν η γι δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ένας λαός που σφάζεται με τον ίδιο του τον εαυτό είναι ακόμη χειρότερο.

Αργυρούλα μου γλυκιά, ο Θεός να σε φιλάει.

Σε αγαπάμε πολύ,

Θεία Μαρίνα και θείος Ανέστης.’

Σήμερα αυτό το γράμμα βρήκα γραμμένο πάνω στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου. Είναι γραμμένο με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα και με σκούρο μελάνι, τόσο σκούρο που μοιάζει με τον νυχτερινό ουρανό.

Απ’ ότι φαίνεται δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τη θεία και το θείο, αλλά δεν πειράζει. Θα τους στείλω ένα κάρο γράμματα και θα τους λέω πόσο τους θαυμάζω. Σφίγγω το γράμμα και το παλιό ημερολόγιο της θείας σφιχτά-σφιχτά στο στήθος μου και ξεφυσώ χαρούμενα, ήρεμα. Τα πουλάκια κελαηδάνε και η φύση ομορφαίνει κάθε λεπτό που περνάει. Ελπίζω όλη η ιστορία της Ελλάδας να εξελιχτεί έτσι, ήρεμη, ειρηνική και παραγωγική.

Ελπίζω οι Έλληνες να μην ξεχάσουν πως όλοι τους είναι σπουδαίοι και πως δε χρειάζεται να το αποδείξεις πουθενά αλλού, ούτε σε ξένους ούτε σε άλλους Έλληνες.

-

Παναγιώτα-Ευαγγελία Λιάκου.

 

  

      

 

    

 

 

 

 

 

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Κύλιση στην Αρχή